Monthly Archives: October 2018

Oscar Wilde, Women of Homer – Η Πηνελόπη

He’s a real nowhere man
Sitting in his nowhere land
Making all his nowhere plans for nobody

Oscar Wilde – Women of Homer – Penelope

Penelope after Helen is like the moon rising pale after the crimson glories of the sun, like the linnet singing after the nightingale, or the snowdrop blooming when the rose has withered.  She comes before us, a wan, sad woman; the brightness of her eyes dimmed with tears, her beauty faded through mourning for her absent lord — true wife to him during those twenty long years, a trusty watchdog of his home, educating his son to be an honourable and wise prince.  Shrewd and prudent, too, meet wife for Odysseus, the crafty and enduring one. And so when her lawless suitors pressed her hand she promised that she would choose the best and noblest among them . . .

. . . when [writes Mr. Symonds] she has woven a winding-sheet for Laertes.  Three years pass, and the work is still not finished. At last a maiden tells the suitors that every night Penelope undoes by lamplight what she has woven in the daytime.  The ruse of the defenceless woman has passed into a proverb, and has become so familiar that we forget, perhaps, how true a parable it is of those who in their weakness do and undo daily what they would fain never do at all, trifling and procrastinating with tyrannous passions which they are unable to expel from the palace of their souls.

We are too prone nowadays to look for similes and allegories where all is clear, and for hidden meanings where there is nothing hidden.32  So that now nature has become to us almost a mere symbol of the beauty and decay of life; and when we look on the glory of the grass and the splendour of the flower, our minds are filled with the thoughts of its decay and death.33 But Mr Symonds is perhaps right in saying that it is a true parable.

A very dreary life was hers; not the queen of a gay court nor even mistress of her own house, she waits patiently on the lone, barren island for her lord, knowing not if he had been slain in fight for Helen or was already in the Asphodel meadows;  hoping and yet without hope, despairing yet never completely losing trust. She catches at every idle rumour listening eagerly to the stories of every wandering vagabond. Sorrow and despair had eaten into her soul, waiting, for her husband had become a part, nay the entirety of her life.  She is like Queen Constance sorrowing for her dead boy.34

And so she is the last of all to recognise her own husband.   Telemachus, whom he had left a child, falls on his neck and kisses him; the goatherd knew him for his old master and Eurycleia for the boy that she had nursed; and the dog Argus dying neglected on the dung-heap tried to fawn on him.  But Penelope will not be convinced till she has proved him and found him to be indeed Odysseus and none other.35

For though his return was the consummation, yet it was in some way the breaking up of her life; for her occupation was gone. This is an extremely subtle psychological point in her character, and it shows that Homer had accurately studied the nature of women.  It is entirely misunderstood, however, by Mr Symonds and, indeed, by all other writers I have read.36  It shows us how great was her longing, how terrible the anguish of her soul, and it makes her final recognition of him doubly impressive.

 

Πάει χαμένο σε σπονδή το κρασί ποιος φεύγει το καράβι ή το νησί;
Ποιος ξέρει ποιος σαλπάρισε στο γιαλό; Ο Οδυσσέας ή μήπως η Καλυψώ;

Η Πηνελόπη

 

Η Πηνελόπη μετά από την Ελένη είναι σαν τη σελήνη που ανατέλλει χλωμή μετά από την πορφυρή μεγαλοπρέπεια του ηλίου. Σαν τον σπίνο, που τραγουδά μετά από το αηδόνι. Ή σαν τον γάλανθο ανθισμένο, όταν το τριαντάφυλλο έχει πια μαραθεί. Έρχεται μπροστά μας, μια ωχρή, θλιμμένη γυναίκα. Η λάμψη των ματιών της θολωμένη από τα δάκρυα. Το κάλλος της ξεθωριασμένο από τον θρήνο για τον απόντα κύριό της. Σύζυγος πιστή προς αυτόν, όλα τούτα τα είκοσι χρόνια. Ένα αξιόπιστο μαντρόσκυλο, ακοίμητος φρουρός του οίκου του. Πάντοτε ταγμένη να διδάσκει τον υιό του πώς να είναι ένας σεβαστός και σοφός πρίγκηπας. Ευφυέστατη και συνετή, επίσης, μια ταιριαστή σύζυγος για τον Οδυσσέα, τον πολυμήχανο και τον αιώνιο. Έτσι, όταν οι άνομοι μνηστήρες ζήτησαν πιεστικά το χέρι της, εκείνη υπεσχέθη πως θα διάλεγε τον καλύτερο και ευγενέστερο ανάμεσά τους…

 

… όταν (γράφει ο κύριος Σύμοντς) θα έχει υφάνει έναν πέπλο για τον Λαέρτη. Τρία χρόνια περνούν, και το έργο δεν έχει ακόμη τελειώσει. Τελικά μια θεραπαινίδα λέει στους μνηστήρες πως κάθε νύχτα η Πηνελόπη ξηλώνει υπό το φως του λύχνου ό,τι έχει υφάνει υπό το φως της ημέρας. Το τέχνασμα της ανυπεράσπιστης γυναικός έχει μείνει παροιμιώδες. Μας είναι πια τόσον οικείο, ώστε να λησμονούμε, ίσως, περί τίνος ακριβώς πρόκειται. Περί μίας παραβολής για εκείνους που, μέσα στην αδυναμία τους, φτιάχνουν και χαλούν καθημερινώς ό,τι προθύμως δεν θα έφτιαχναν καν. Χωρατεύοντας και χρονοτριβώντας με τυραννικά πάθη, τα οποία είναι ανίκανοι να αποβάλουν από τα ανάκτορα των ψυχών τους.

 

Σήμερα είμαστε επιρρεπείς στην αναζήτηση παρομοιώσεων και αλληγοριών εκεί όπου όλα είναι προφανή. Ψάχνουμε για κρυμμένα νοήματα εκεί όπου τίποτε δεν κρύπτεται. Τόσο λοιπόν, ώστε η φύση να έχει γίνει για εμάς μονάχα ένα σύμβολο του κάλλους και της φθοράς του βίου. Και όταν παρατηρούμε με θαυμασμό το μεγαλείο της χλόης και τη λαμπρότητα του άνθους, ο νους μας γεμίζει με την σκέψη  της φθοράς και του θανάτου του. Όμως ο κύριος Σύμοντς πιθανότατα έχει δίκαιο όταν επισημαίνει πως πρόκειται περί μιας προφανούς παραβολής.

Ο βίος της ήταν πολύ μελαγχολικός, ανιαρός. Όχι η Άνασσα μιας εύθυμης αυλής. Ούτε καν κυρία και δέσποινα του ιδίου του οίκου της δεν ήταν. Η Πηνελόπη περιμένει υπομονετικά στην ερημία της. Στο άγονο, στέρφο νησί της, τον κύρη της προσμένει. Δίχως να γνωρίζει αν έπεσε ηρωικά στη μάχη για την Ελένη ή αν ήδη βρισκόταν στους ασφοδελούς λειμώνες. Να ελπίζει, μα δίχως ελπίδα. Να απελπίζεται, μα δίχως να χάνει την πίστη της απολύτως. Αρπάζεται από κάθε μάταια, άπραγη φήμη, ακούγοντας προθύμως τις μπαγαπόντικες ιστορίες του όποιου περιπλανώμενου αλήτη. Η θλίψη κι η απόγνωση είχαν φάει την ψυχή της, να περιμένει, διότι ο σύζυγός της είχε πια γίνει κομμάτι, ή μάλλον η ζωή της ολόκληρη. Και εκείνη, καθώς η Βασίλισσα Κώνστανς, θρηνεί για το νεκρό της αγόρι.

1

 

Κι έτσι, εκείνη τελευταία από όλους αναγνωρίζει τον ίδιο της τον σύζυγο. Ο Τηλέμαχος, που ακόμα παιδί τον είχε αφήσει, πέφτει στον λαιμό του και τον φιλά. Ο γιδοβοσκός τον εννόησε ως τον παλιό του άρχοντα κι αφέντη. Η Ευρύκλεια ως το αγόρι που είχε κάποτε αναθρέψει. Και ο σκύλος του, ο Άργος, καθώς ψυχορραγούσε παραμελημένος πάνω σε έναν σωρό σβουνιές, προσπαθούσε να του κάνει χαρές και κουνούσε την ουρά. Όμως η Πηνελόπη δεν θα πεισθεί μέχρις ότου έχει αποδείξεις για αυτόν και βρει θετικά πως όντως είναι ο Οδυσσέας μπροστά της και κανένας άλλος.

Επειδή, παρ’ όλο που η επιστροφή του αποτέλεσε την ολοκλήρωση του βίου της, εν τω άμα υπήρξε και η διάλυση του ιδίου αυτού βίου. Διότι, με την έλευσή του το αντικείμενό της, η μόνη της ασχολία χάθηκε. Τούτο είναι ένα εξαιρετικά ανεπαίσθητο ψυχολογικό σημείο του χαρακτήρα της, και δείχνει ότι ο Όμηρος είχε μελετήσει με οξυδέρκεια τη φύση των γυναικών.

Ένα σημείο απολύτως παρανοημένο από τον κύριο Σύμοντς, ωστόσο, καθώς και πράγματι από όλους τους συγγραφείς που έχω διαβάσει. Μας αναδεικνύει πόσο μεγάλος ήταν ο πόθος και τι ζωηρή ήταν η επιθυμία της. Πόσο τρομερή και φρικτή ήταν η αγωνία της ψυχής της. Και τέλος, κάνει την τελική αναγνώρισή του από εκείνην διπλά εντυπωσιακή.

μετάφραση: Ηλίας Κολοκούρης
επιμέλεια : Thomas Wright , Donald Mead
copyright: The Oscar Wilde Society, 2008


The Ancient Macedonian Curse Tablet (upon us) – Η Αρχαία Μακεδονική Κατάρα στα κεφάλια μας

Category : Uncategorized

What an irony! The earliest Macedonian text, 4th Century BC, to be a curse. Presumably, for the lady who wrote the curse, it did not help her during her lifetime. Her love interest, Dionysophon, probably kept his marriage to Thetima. Makron and the Demons that our lady, Dagina, called, did not respond. Thetima and Dionysophon lived happily ever after, and Dagina weeped alone. Alas, the curse worked out today, no ? Are not we all bound by Dagina’s writings? Ευχαριστώ που μου το έδειξες Chrysanthe Pantages !


Πόση ειρωνεία! Το αρχαιότερο Μακεδονικό κείμενο, 4ου αιώνος π.Χ., να είναι μία κατάρα. Πιθανότατα η δέσποινα που έγραψε την κατάρα δεν βοηθήθηκε από εκείνη ενόσω ζούσε. Το αντικείμενο του έρωτός της, ο Διονυσοφών, λογικά θα διατήρησε τον γάμο του με την Θετίμα. Ο Μάκρων και οι δαίμονες που η δέσποινά μας επικαλέστηκε, δεν θα απάντησαν. Η Θετίμα και ο Διονυσοφών θα ζήσαν αυτοί καλά, κι η Δαγίνα θά κλαιγε μονάχη. Αλίμονο, όμως, έπιασε στις μέρες μας η κατάρα, όχι; Σάμπως δεν είμαστε όλοι δέσμιοι του κατάδεσμου της Δαγίνας;
Ηλίας Κολοκούρης, φιλολογίσκος Μποζαϊτίκων, Πατρών Αχαΐας


TRANSCRIPTION OF TEXT : ΜΕΤΑΓΡΑΦΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ :

. [ΘΕΤΙ]ΜΑΣ ΚΑΙ ΔΙΟΝΥΣΟΦΩΝΤΟΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΓΑΜΟΝ ΚΑΤΑΓΡΑΦΩ ΚΑΙ ΤΑΝ ΑΛΛΑΝ ΠΑΣΑΝ ΓΥ-2. [ΝΑΙΚ]ΩΝ ΚΑΙ ΧΗΡΑΝ ΚΑΙ ΠΑΡΘΕΝΩΝ ΜΑΛΙΣΤΑ ΔΕ ΘΕΤΙΜΑΣ ΚΑΙ ΠΑΡΚΑΤΤΙΘΕΜΑΙ ΜΑΚΡΩΝΙ ΚΑΙ3. [ΤΟΙΣ] ΔΑΙΜΟΣΙ ΚΑΙ ΟΠΟΚΑ ΕΓΩ ΤΑΥΤΑ ΔΙΕΛΕΞΑΙΜΙ ΚΑΙ ΑΝΑΓΝΟΙΗΝ ΠΑΛΕΙΝ ΑΝΟΡΟΞΑΣΑ4. [ΤΟΚΑ] ΓΑΜΑΙ ΔΙΟΝΥΣΟΦΩΝΤΑ ΠΡΟΤΕΡΟΝ ΔΕ ΜΗ ΜΗ ΓΑΡ ΛΑΒΟΙ ΑΛΛΑΝ ΓΥΝΑΙΚΑ ΑΛΛ᾽ Η ΕΜΕ5. [ΕΜΕ Δ]Ε ΣΥΝΚΑΤΑΓΗΡΑΣΑΙ ΔΙΟΝΥΣΟΦΩΝΤΙ ΚΑΙ ΜΗΔΕΜΙΑΝ ΑΛΛΑΝ ΙΚΕΤΙΣ ΥΜΩΝ ΓΙΝΟ-6. [ΜΑΙ ΦΙΛ]ΑΝ ΟΙΚΤΙΡΕΤΕ ΔΑΙΜΟΝΕΣ ΦΙΛ[ΟΙ] ΔΑΓΙΝΑΓΑΡΙΜΕ ΦΙΛΩΝ ΠΑΝΤΩΝ ΚΑΙ ΕΡΗΜΑ ΑΛΛΑ7. [ΤΑΥΤ]Α ΦΥΛΑΣΣΕΤΕ ΕΜΙΝ ΟΠΩΣ ΜΗ ΓΙΝΗΤΑΙ ΤΑ[Υ]ΤΑ ΚΑΙ ΚΑΚΑ ΚΑΚΩΣ ΘΕΤΙΜΑ ΑΠΟΛΗΤΑΙ8. [….]ΑΛ[-].ΥΝΜ .. ΕΣΠΛΗΝ ΕΜΟΣ ΕΜΕ Δ᾽ ΕΥ[Δ]ΑΙΜΟΝΑ ΚΑΙ ΜΑΚΑΡΙΑΝ ΓΕΝΕΣΤΑΙ9. [-]ΤΟ[.].[-].[..]..Ε.Ε.Ω[?]Α.[.]Ε..ΜΕΓΕ [-]

Της [Θετί]μας και του Διονυσοφώντος την τελετή και τον γάμο καταριέμαι, και των άλλων ούλων των γυ[ναικ]ών, χήρες και παρθένες εσάς καταριέμαι, περισσότερο όμως από όλες την Θετίμα καταριέμαι, και αναθέτω στον Μάκρωνα και [στους] δαίμονες, όποτε εγώ τούτα εδώ τα γραμμένα ξετυλίξω και ξαναδιαβάσω, αφού τα ξεθάψω, τότε] να παντρευτεί ο Διονυσοφώντας μόνον και όχι πριν. Να μην πάρει άλλη γυναίκα από μένα. Εγώ δε να γεράσω πλάι στον Διονυσοφώντα και καμία άλλη γυναίκα. Ικέτιδά σας πέφτω, την φίλ]η σας να οικτίρετε, φίλοι δαίμονες, την Δαγίνα (;), που οι φίλοι της την εγκατέλειψαν, αλλά […] φυλάξτε μου, μη και γίνουν τούτα και έπειτα κακότυχα η κακή η Θετίμα να χαθεί […] και εγώ δε ευδαίμων και μακάρια να γίνω.

(μετάφραση του φιλολογίσκου που λέγαμε από πάνω)

1. Of [Theti]ma and Dionysophon the ritual wedding and the marriage I bind by a written spell, and of all other2. wo[men], both widows and maidens, but of Thetima in particular, and I entrust to Makron* and3. [the] daimones, and (only) when I should dig up again and unroll and read this,4. [?] that she might wed Dionysophon, but not before, for I wish him to take no other woman than me,5. and that [I] grow old with Dionysophon, and no one else. I [am] your supplicant:6. Have pity on [Phil?]a*, dear daimones, for I am (a) dagina? of all my dear ones and I am abandoned.7. But guard [this] for my sake so that these things do not happen, and wretched Thetima perishes miserably.8. … but that I become happy and blessed.
(μετάφραση της Ουκιπίντια, για να ηρεμήσουν εκείνοι που λένε ότι το σύστημα θέλει να μας πάρει τη Μακεδονία. Ε, πιο συστημική εγκυκλοπαίδεια από δαύτη, δεν έχει)

Katerina Gogou – Idionymon – Translation by Ilias Kolokouris

Category : Uncategorized

Copyright © 2018 Εκδόσεις Καστανιώτη & Κληρονόμοι Κατερίνας Γώγου
Η παρούσα ανάρτηση δεν γίνεται για εμπορικούς σκοπούς, αλλά προς τιμήν της μνήμης της ποιήτριας.
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή/αναδημοσίευση οποιουδήποτε αποσπάσματος χωρίς την συγκατάθεση των εκδόσεων Καστανιώτη. Η παρούσα μετάφραση είναι ερασιτεχνική, ελλιπής και χρήζει επεξεργασίας.
Πλήρης μετάφραση του έργου της Κατερίνας Γώγου στα αγγλικά ετοιμάζεται και θα κυκλοφορήσει εντός του 2019,
από επαγγελματία μεταφραστή.

A conversation with translator Ilias Kolokouris

Transom:

Is it possible for the original text to be reborn through the translator?

Kolokouris:

Every translation is a reflection of what the translator receives from the original text. Of course, the translation always depends on the era and the circumstances under which it has been written. Hence, every translation is bound to die and be reborn through constant rewriting. But it always gives an idea and an essence of the original text.

Transom:

The “idiomynon” was a Greek law that prohibited “insurrectional” speech. The poem’s title references the public sphere, but the speaker’s concern for Myrto drives home the personal stakes for the speaker. From your perspective as a translator, how important is it to you that an English-language reader understand the politics of Gogou’s poems?

Kolokouris:

In my opinion, political concepts within Katerina Gogou’s poetry can be understood and enjoyed even by readers who are not well informed of Greece’s political history. The “Idionymon” Act of Law, which sentenced to the penalty of six months imprisonment anyone who attempted to apply ideas that manifested subversion or to overthrow the social system through violent means, or to cause partial detachment of the Greek State, or implementing through actions proselytism, was brought down in a superficial way, in 1974, after the fall of the Greek Military Junta. However,  up until 1980, the secret service of the Greek State kept and renewed its secret records and files that contained the political acts and profiles of every Greek citizen. These files were actually burned and destroyed after 1981.

Nevertheless, Gogou’s use of the word “Idionymon” in the title is totally her personal idiosyncracy and choice. It actually retains its polysemous meanings  in the framework  of the anticommunist campaign until the Junta, but Gogou gives it meaning from an anarchist’s point of view.  After the removal of the original “Act of Idionymon crime,” the New Democracy party’s government passed a new law in 1976, which shielded and protected the security forces, the Military Peacemaking Groups, and the Riot Police from individual protesters and strikers.

Katerina Gogou refers to this new law in the same way that the anarchist circles of the time did, as “Idionymon,” the hidden offspring of the old statutory law, while at the same time she was preserving her own, private meaning for the word. Gogou’s poetry is full of ecclesiastical, urban  and surreal images. We would not call this iconography a delirium (even though she does mention delirium tremens), for she achieves a cinematic record of reality, which is beyond time and political connotations. An iconography that retains its disgusting appeal. Protesters and anarchists will always fight with riot police, as Gogou describes. Be they at the Puerta Del Sol in Madrid, and the anti-austerity movement, or during the Occupy Wall Street movement, or the riots at Brooklyn Bridge. The political and economic impasse will be the same, and the hyper-real images caused by abuse of drugs in combination with alcohol, in any language, will remain enigmatic as in the poetry of Gogou.

 

Idionymon 3

My head in smithereens
from the vise of your flea markets

at rush hour and against the
current
I will light a huge fire
and in there I’ll throw all Marxist
books
so that Myrto never finds out
the causes of my death
You can tell her
that I could not bear Spring or that I went through a red light.
Yes. That is more believable.
Red. That you tell her.

Ιδιώνυμο 3

Με το κεφάλι θρύψαλα
απ’ την μέγγενη των παζαριών σας

την ώρα της αιχμής και κόντρα στο ρεύμα
θ’ ανάψω μια μεγάλη φωτιά

και κεί θα ρίξω όλα τα Μαρξιστικά βιβλία
έτσι που να μη μάθει ποτέ η Μυρτώ

τα αίτια του θανάτου μου.
Μπορείτε να της πείτε
πως δεν άντεξα την άνοιξη ή πως πέρασα με κόκκινο.
Ναι. Αυτό είναι πιο πιστευτό.
Με κόκκινο. Αυτό να πείτε.

(Kastaniotis Publications)

 

 

 

Κατερίνα Γώγου- Ιδιώνυμο (1981)

Ιδιώνυμο 1 – Κοίτα πως χάνονται οι δρόμοι

Κοίτα πως χάνονται οι δρόμοι

μες στους ανθρώπους…

τα περίπτερα πως κρυώνουνε

απ’ τις βρεγμένες εφημερίδες

ο ουρανός

πως τρυπιέται στα καλώδια

και το τέλος της θάλασσας

από το βάρος των πλοίων

πόσο λυπημένες είναι οι ξεχασμένες ομπρέλες

στο τελευταίο δρομολόγιο

και το λάθος εκείνου που κατέβηκε

στην πιο πριν στάση

τα αφημένα ρούχα στο καθαριστήριο

και τη ντροπή σου

ύστερα από δυο χρόνια που βρήκες λεφτά

πως να τα ζητήσεις

πως τσούκου τσούκου

αργά μεθοδικά

μας αλλοιώνουνε

να καθορίζουμε τη στάση μας στη ζωή

από το στυλ της καρέκλας…

Katerina Gogou – Idionymon (1981)

Idionymon 1- Look how the roads get lost

Look how roads get lost
within humans…
The kiosks, how cold they get
from wet newspapers

the sky
how it’s injected in the cables

And the end of the sea
from the weight of the ships
how cheerless the forgotten umbrellas are/stand
in the final ride/route

and the mistake of the one that got off
at the (wrong) stop before
the clothes left at the laundromat
and your shame
after two years you found the money
how can you ask for it
how little by little
gradually, methodically
they wear us out
Into establishing our position towards life
depending on the style of the chair…

Κατερίνα Γώγου- Ιδιώνυμο (1981)

Ιδιώνυμο 2

Τα σύνορα της πατρίδας μου αρχίζουνε
απ’ τα ψητοπωλεία του Μινιόν
περνάνε απ’ τα καμένα ξύλα του Περοκέ και πέρα …
Η ζωή από κει παίζει βρώμικο ξύλο με τη ζωή
στριμώγνει τα καλύτερα παιδιά της σε φαγωμένες σκάλες
τους στρώνει στο «Θανάση» σημαδεμένη τράπουλα από χέρι
τους περνάει μπρασελέ και ματωμένους σουγιάδες
και μπότες γυαλιστερές πορτοκαλιές με 10 πόντους τακούνι.
Ζόρικο αντριλίκι τα γεννητικά τους όργανα
τα Άγια των Αγίων κι αλλιώτικο φιλότιμο
ώσπου μια μέρα – Παρασκευή μπορεί –
τους ρίχνει από κοντά επιδέξιους κώλους
καρφώνουνε τον αντρισμό τους
τους φέρνει καπάκι
κι ύστερα ευνουχισμένοι με τη γλώσσα κολλημένη στον ουρανό
με το μαντήλι που σκουπίστηκαν
ένα με την καφέ του ρίγα περιθώριο γύρω γύρω
πνίγουν με ισόβια
φωταγωγημένα καράβια εφοπλιστικά κεφάλαια ξωτικές
θάλασσες Παναμαικές σημαίες χρεωμένες τραγουδίστριες
και τα δικά τους ταξίδια στη θάλασσα με καρπουζόφλουδες
το ξεχειλωμένο μαγιώ απ το περίπτερο
και την τσατσάρα – πουτάνα ζωή – μαγκιά τους στο πλάι
– Κανείς δεν ξέρει.
– Κανείς δεν είδε.
19 20 21 χρονώ και τέλος.

 

Katerina Gogou – Idionymon (1981)

Idionymon 2

The borders of my homeland begin
From Minion’s grill-houses
They pass by the burned woods of Peroke* and beyond…
Life from there picks a dirty fist fight with life
Crams its best kids in worn out staircasessets the table for “Thanasi”* Poker Table with marked cards by the hand
dressing them with bracelets, and blood-spattered jacknives
and shimmering orange boots of heels four inches tall
Tough is manhood in their genitals
The Holiest of Holy and an unusual integrity
until one day -maybe Friday –
It draws/ sidelines/ sideswipes close by, skillful asses
nailing their manhood
it backfires against/ overturns them
and afterwards castrated with their tongue nailed to the sky
with the handkerchief they wipedthemselves with
the one with the brown stripe margin around the edges
They drown with a life sentence
All the illuminated boats, shipping capital, exotic
seas, Panamanian flags, indebted singers
and their own journeys at the sea with water melon rinds
Worn out/Stretched out swimwear from the kiosk
and the comb – whore of a life –
their guts on the side
– No one knows
– No one has seen
19 20 21 years old : the end.
*theatre area in Athens. On the scene of Peroke were staged many plays that dragged political dispute. In 1931 Vasilis Avlonitis, an actor was shot for mocking the government. 
*card game, popular amongst “manges” and old people, not gambling.

 

Κατερίνα Γώγου- Ιδιώνυμο (1981)

Ιδιώνυμο 3

Με το κεφάλι θρύψαλα
απ’ την μέγγενη των παζαριών σας

 

την ώρα της αιχμής και κόντρα στο ρεύμα
θ’ ανάψω μια μεγάλη φωτιά

 

και κεί θα ρίξω όλα τα Μαρξιστικά βιβλία
έτσι που να μη μάθει ποτέ η Μυρτώ

 

τα αίτια του θανάτου μου.
Μπορείτε να της πείτε
πως δεν άντεξα την άνοιξη ή πως πέρασα με κόκκινο.
Ναι. Αυτό είναι πιο πιστευτό.
Με κόκκινο. Αυτό να πείτε.

 

Katerina Gogou – Idionymon (1981)

Idionymon 3

My head in smitherings/ with head shattered
from the vise of your flea markets

at rush hour and against the
current
I will light a huge fire

and in there I’ll throw all Marxist
books
so that Myrto never finds out

the causes of my death
You can tell her
that I could not bear the spring or that I went through a red light.
Yes. That is more believable.
Red. That you tell her. /Tell her that.

Κατερίνα Γώγου- Ιδιώνυμο (1981)

Ιδιώνυμο 4

Είμαι εγώ !
Δικό σας παιδί
αίμα απ’ το αίμα σας
ρούχο απ’ το ρούχο σας σάρκα εκ της σαρκός σας.
Μάνα μου
η ελευθερίων ηθών πουτάνα ο Καπιταλισμός
Πατέρας μου
ο αιμομίκτης χωρικός Ιωσήφ Ντζουγκασβίλι Στάλιν.

 

Γνήσιο τέκνο της Ρόζμαρυ και του Εξορκιστή
παλουκωμένη στη μέση των καιρών
να με χτυπάν όλοι οι άνεμοι.
Είμαι πεσμένη
με τη μούρη τριμμένη στα σκατά υπνωτισμένη και υστερική
έτοιμη
να βιαστώ
να διαιωνίσω το είδος.

Γέννημα θρέμμα
το δικό σας παιδί
παίρνω υπόγεια τηλεφωνήματα στους θαλάμους της Ομόνοιας
όρθια κατουράω στους καμπινέδες της Κοτζιά
είμαι χωρίς φύλο και χαρακτηριστικά
ούτε νάνος ούτε σπανός
ούτε γυναίκα ούτε πούστης

 

είμαι στα μπρούμυτα στα τέσσερα είμαι
κάτω απ’ τους πάγκους της γης
κρατάω σαν τους λεπρούς το χέρι των γερών
να ρίξει το κόμμα ενέσεις.

 

 

 

Katerina Gogou – Idionym (1981)

Idionymon 4

It is me!
A child of yours
blood of thy blood
clothes of thy clothes, flesh of thy flesh.
My Momma/ mother
of libertine morals whore,
Capitalism
My Poppa
the incestuous villager Joseph Dzhugashvili Stalin


Genuine offspring of Rosemary and the Exorcist
staked in the midst of the times
for all winds to thrash me.
I’m fallen
my face rubbed in shit,
hypnotized and hysterical
ready
for rape
to preserve the species.

Born and bred
a child of yours
I make underground calls at Omonia square’s phone booths,
Standing I pee at the crappers in Kotzia square
I am bereft of sex and characteristics
neither dwarf nor beardless
neither woman nor fag


I am prostrate, on all fours
underneath the benches of earth
I grasp like a leper the hand of the
mighty
for the Party to press out its injections.

 

 



Στέκω εδώ
σημάδι των καιρών
στην παγκόσμια διασταύρωση σκοτωμένηαπό μικροαστικό αυτοκίνητο 9 άσπρων αλόγων
απ΄ τον καιρό της κομμούνας του Παρισιού ασάλευτη

τα χαρτιά μου άχρηστα πια κι η τσάντα μου πεταμένη
κανείς δεν πλησιάζει απ’ την μπόχα μου.

Στέκω ήσυχα
με τ’ άντερά μου περασμένα στο λαιμό μ’ εσωτερική αιμορραγία
κάθετα στο θάνατο οριζόντια στη ζωή
το κράνος των ΜΑΤ στο

κεφάλι μου
τρώω το φαΐ που με ταΐζετε ντομάτες με ντουμ – ντουμ
και ξυραφάκια
κούνια μπέλα τραμπαλίζομαι στους

ήχους της σειρήνας
πιπιλάω μ’ οιδιπόδειο απ΄ τη σάπια ρώγα σας ναρκωτικά
αλκοόλ και δακρυγόνα
ήσυχη
κάθομαι
στα μαρμάρινα σκαλιά


στο αναπηρικό καρότσι μου
στον Άρειο Πάγο παίζω ακκορντεόν το Φρέρε Ζακ


η ευθανασία δεν υπογράφεται
κι απ’ το κεφάλι μου ξετυλίγεται και ανεμίζει στα πέρατα
μ’ αίματα ποιήματα μυαλά
και με στριγγλιές

ένας μακρύς μακρύς άσπρος επίδεσμος σημάδι μου της εμμονής.
Σ’ όλης της γης τα γκέτο.


I stand here
a sign of times
down to the global crossroads
killed by a bourgeois car of 9 white horses’ horsepower
from the time of the Paris Commune motionless

my papers now useless and my purse thrown away/out

nobody approaches my reek.

I stand quietly
with my intestines tied around my neck and internal bleeding
vertical to death horizontal to life
the helmet of riot police on my head

 

I eat the food you feed me, tomatoes with doom – doom bullets
and razors

swinging I swag to the
sounds of the siren

With an Oedipus’s complex I suck drugs

Alcohol and teargas

from your rotten nipple


quiet
I sit
on the marble stairs
in my wheelchair

 

at the Arios Pagos /Supreme Court  park I play on the accordion Frere Jacques


euthanasia comes unsigned/ cannot be singed
and from my head unrolls and blows out to the ends of existence
with blood poem minds


and shrieks
a long long white bandage – my sign of obsession.
To the ghettos of the world.

Ιδιώνυμο 5

Σά σκύλος κρυώνω.
Τα δόντια μου χτυπάν απ’ άγνωστη αιτία ανομολόγητη.
Ο Μαρξισμός δεν έχει ψυχασθένειες
κάτι άλλο πρέπει να μου συμβαίνει.
Έχει ξεχειμωνιάσει πια.
Μέσα Ιουνίου.
Θά ’χετε περάσει τζάμια στα πετροβολημένα παράθυρα
τους τοίχους μπορεί να βάψετε με κάτασπρο χρώμα.
Θ’ αστράφτει μέχρι πέρα η εργατική πάλη
κι οι πάγκοι που ’χαμε για τραπέζια
γεμάτοι χαρακιές φανατικές κι αμήχανες
διαφωνίες και αποφάσεις παμψηφεί
αυτοί που σπάσανε
κι αυτοί που θά ρθουν.

 

Τά χρώματα μπερδεύω.
Ό,τι έχω
είναι μια κόκκινη φωτογραφία της Πρωτομαγιάς
το κίτρινο χρώμα των κοριτσιών
και τα πονεμένα πόδια των φίλων
Κι έτσι όμως
Οι Kαλύτεροι.
Μόλις φύγει τούτο τ’ άδικο θα ’ρθω να σας βρω
Μπορεί να μην τα καταφέρω στίς σκάλες
Θα ’ρθω όμως οπωσδήποτε
Μπορεί να μου λείπει η φωνή ή το φως από τα μάτια μου
Σε μας δε χρειάζονται και πολλά .
Σύντροφοι.

 

Idionymon 5

I’m cold like a dog.

My teath gitter / chatter for an unknown reason, unconfessed.

Marxism has no psychosis /mental illnesses

something else must be happening to me.

Winter’s no longer (gone away).

It’s mid-June.

You must’ve replaced the glass to the stone-shot /shattered windows

the walls, you may white-wash.

The working class struggle will shine far out

and the benches we used as tables

filled with fanatic carvings, discomforting disagreements and unanimous resolutions
those that sold out
And those that will come.
The colors, I confuse.

All I have

Is a red photograph of May first

the yellow color of the girls

and the aching feet of friends

And even so, like this,

The Greatest.

As soon as this injustice goes away I’ll come find you

I may not make it up the stairs

I’ll come though, definitely

The voice or the light in my eyes may be missing (gone)

We don’t need much.

Comrades.

 

Κατερίνα Γώγου- Ιδιώνυμο (1981)

Ιδιώνυμο 6 – Είμαι ένας βλάκας.

Είμαι ένας βλάκας.
Οι άνθρωποι για διάφορους λόγους
κάνουνε διάφορες κινήσεις για διάφορες πράξεις.
Εγώ λοιπόν βλέπω την καλή.

Τους δίνω τα λεφτά μου
τα ρούχα μου και τα παιχνίδια μου
εμένα δε με νοιάζει να μην έχω τίποτα
ίσα ίσα μάλιστα. Γιατί αλλιώς
θα ντρεπόμουνα κιόλας.

Προχτές λοιπόν το βράδυ που έκανε κατακλυσμός
βγήκα στον καιρό
ήθελα να κάνω κλακέτες στην άσφαλτο
τραγουδώντας στην βροχή
τοχα δει παλιά που οι άνθρωποι
με τις χρωματιστές ομπρέλες τους
κοντοστεκόντουσαν και κοίταζαν τον Τζιν Κέλυ χαμογελαστοί.

Έτσι κι έγινε.
Ήρθε πρώτος ένας με σιδερένιο ραβδί
και με χτύπησε με φόρα από πίσω

κάτω απ’ τα μαλλιά.

Μετά ο άλλος μου σήκωσε τη φούστα
και μούριξε μ’ ένα μυτερό παπούτσι κλωτσά
στη δεξιά σάλπιγγα ήμουνα έγκυος

κι έπεσα κάτω.

Μετά ήρθε ο τρίτος και είπε: αφήστε ρε κάτω την κοπέλα
είναι καλό παιδί δε φταίει σε τίποτα.

Να σας πάω στο σπίτι.
Τούπα ευχαριστώ. Άνοιξα με το κλειδί
κι ανέβηκε πρώτος στην σκάλα.

Κοίταξε ποιοι άλλοι μένουνε δω
ένα παιδί και μιά γιαγιά
έβγαλε το βρακί του και είπε θα κοιμάμαι εδώ
για να σας προστατεύω.

 

 

 

 

 

Katerina Gogou – Idionym (1981)

Idionymon 6- I’m an idiot.

I’m an idiot.
People for different reasons
make different moves  for different actions.
For once, I look on the bright side/ got it good.

I give them my money
my clothes and toys
Having nothing does not bother me
On the contrary. Because otherwise
I’d be ashamed to say the least.

Two nights ago when there was a flood
I went out in bad weather
I wanted to tap dance on the pavement
Singing in the rain
I had seen it a long time ago when people
with their colored umbrellas
smiling stumbled to look at Gene Kelly.

So it happened.
The first one came with an iron stick
and smacked me hastily from behind underneath my hair.

Then the other lifted up my skirt
and with a pointy shoe kicked onto
my right fallopian tube

I was pregnant

and fell down.

Then the third came and said: let the girl go
she’s a good kid she’s not at fault / to blame/ It’s not her fault for anything. Let me take you home ma’am.
I told him “Thank you”. I opened with the key
and he went first up the stairs.

He checked who else lives here
a child and a grandmother
he took off his underwear and said I will be sleeping here
to protect you.

Αυτός είτανε ένας άνθρωπος που δεν έπαιζε στο
τραγουδώντας στη βροχή
είτανε που έσπρωχνε σε μιά ταινία
αυτούς που πόναγε το κεφάλι τους από τα τζάμια.

 

Τώρα κάνει πως κοιμάται και γω πως γράφω.
Και που λέω πως είμαι βλάκας
είναι γιατί κι αυτό μπορεί να το συνηθίσω
να το πάρω για καλό λυπάμαι πολύ
αγαπάω και τους δολοφόνους λέω

τι είναι η ζωή

τι είναι ο θάνατος τι είναι η σχιζοφρένεια τι είναι ο δικαστής
και τι είναι ο καταδότης τι είναι ο έρωτας τι είναι
μια καρτούλα από μια ξένη χώρα τι είναι το επιχείρημα
και τι η αντοχή πρέπει να αγοράσω μια μεγάλη
όλο τρύπες μπλε ομπρέλα να μας χωράει όλους.

He was a man who didn’t star in
Singing in the rain
He was the one in a movie pushing
those whose heads hurt from the glass windows.He is now pretending to be asleep and I to be writing.
And that I say I’m an idiot
it’s because I could get used to it too
consider it as something good, I’m sorry
I love murderers too, I say what is life

what is death, what is schizophrenia, what is the judge
and what is the snitch, what is love what is
a little card from a foreign country what is the argument
and what is tolerance I gotta buy a big
blue umbrella full of holes to fit us all.

Κατερίνα Γώγου- Ιδιώνυμο (1981)

Ιδιώνυμο 7 – Πόσο νωρίς φεύγει το φως απ’ τη ζωή μας αδερφέ μου…

Πόσο νωρίς φεύγει το φως απ’ τη ζωή μας αδερφέ μου…
Μέσα απ’ τ’ αλλεργικά μας βλέφαρα
αργά στα νύχια πατάει η ζωή
μπας και την πάρουμε πρέφα
μακραίνει χάνεται…

κοίτα έγινε κουκίδα στρίβει γωνία… πάει…
Σκοτεινιάααα!!

Αρνητικά φωτογραφίας κοιτάω

και είναι λέει άνθρωποι
κόκκινα φωτιά τα μάτια τους παγιδευμένων λύκων
νύχια δανεικά – πως τους κατάντησαν έτσι – ξένες μασέλες
βδέλλες κολλάνε στο λαρύγγι μας τραβάνε τα κουμπιά μας
μπας και τη βγάλουνε λιγάκι ακόμα.

Είναι εκείνοι του τραίνου

–τους θυμάμαι καλά –
που όταν κανονίσαμε το πρώτο μας όνειρο να πάμε εκδρομή
μας πέταξαν στις τεντωμένες ράγες του ηλεκτρικού
σαν άδεια σακιά σ’ αφύλαχτη διάβαση
για υπερβάλον βάρος.

Όσοι «ζήσαμε» γραμμένο με εισαγωγικά
χιλιάδες κάνες κεντράρουνε πάνω μας
απ’ την ταράτσα του ΟΤΕ


κρύο κρύο και μελό με το μακό μας φανελάκι

 

κάνουμε τάχα πως έχουμε παλτό
κι ένα – είδες – όλοι μας τόχουμε –
βυσινιό νεύρο κάτω απ’ το μάτι μας βαράει ακόμα.

Katerina Gogou – Idionym (1981)

Idionymon 7- How early does the light turn away from our lives my brother …

How early does the light turn away from our lives my brother …
Through  our allergic eyelids
She tip toes slowly, Life
hoping that we make notice of her/ in case we notice her
she goes away she gets lost …

Look she became a dot she’s turning around the corner … She goes …
Darknessss!

I look at negatives from a photograph and there are people
red fire their eyes

of trapped wolves
borrowed nails – how did they end up like this – other people’s dentures
leeches stuck in our throat  

pull our buttons
hoping  that they’ll pull it through a little bit more.

They are the ones from the train

–I  remember them well–
when we arranged / set up our first dream to go on an  excursion
they threw us on the stretched  rails of the train/ metro
like empty sacks on an unguarded crossroad
due to overweight.

Those of us who “lived” spelled in quotation marks
thousand gunpoints poiniting at us / center upon us

from the rooftop of OTE (The Telephone Company)
cold cold and melodramatic with our T-shirt
we pretend to have a coat
and one –  you see – we all got one
crimson nerve underneath  the eye that is still beating.

Πόσο ακριβή είν’ αδερφέ μου η ζωή
πόσο φτηνήνανε τα είδη κουράγιο ρε.Μερικές φορές – μα δεν το βάζω κάτω –
έρχονται τούμπα τα αντικαταθλιπτικά
και γέρνει η παλάτζα

δεν έχει άλλο μπρος
σκύβω τότε και παίρνω στα δόντια μου
το ματωμένο μου μυαλό και πάω πίσω πίσω
γυρίζω πίσω να σωθώ

κι ύστερα δε βρίσκω το δρόμο
γιατί και κει είναι σκατά

– σαν να μην τόξερα –
παντού σπασμένες σιδεριές και θραύσματα οβίδας

τρομάζω τα χάνω με το παραμικρό

δεν έχω που να πάω
μονάχα η πόρτα της ΥΠΕΡΑΓΟΡΑΣ είν’ ανοιχτή
και χώνομαι μέσα
κοιτάω σαν αρπαχτικό πού πάνε τα λεφτά

και την αξία χρήσης
Ντελίριουμ Τρέμενς το λεν’ αυτοί ΕΓΩ ΘΕΛΩ ΝΑ ΚΛΕΨΩ

Βάζω τότε μπροστά όλα τα στερεοφωνικά να παίζουν μαζεμένα
κάθε μάρκα κι άλλο σκοπό
και τα μεγάφωνα στο φουλ να σπάσουνε τ’ αφτιά τους

κι ύστερα μ’ ένα Σίγγερ ψαλιδάκι καλό
κόβω γύρω γύρω το στόμα τους

το μεγαλώνω
κολλάω κει πάνω την ψυχή μου

φιλί του θανάτου
και μέσα τους αδειάζω τα ψυχοφάρμακα

How expensive/ dear is life, my brother
how cheap the goods have become- Keep your courage/ Hang in there/ Sit it out.Sometimes – but I do not give up –
antidepressants turn upside down
and the scale tilts .

no more left ahead of me
I bend then and I grasp in  my teeth
my bloodied mind and go back

back
I go back to save myself

and then I can not find my way
because even there it is shit

– as if I didn’t know –
everywhere broken ironwork and fragments of missile

I’m scared I’m losing it for no reason

I got nowhere to go
only the door of the SUPERMARKET  is open
and I snuggle inside
I look around like a predator see where the money goes

and the use value/Utility
Delirium Tremens they call it I WANT TO STEAL

Then I turn on all the stereo component systems playing all together
every brand name another tune
and loudspeakers at high ptich to (let’s) break their ears

and then with good little Singer scissors
I cut their mouth round and round,

I expand it/ I make it bigger
glue (on it) up there my soul

a kiss of death
and toss in there anti-depressants

τα φαρμακεία τους και τους φαρμακοποιούς τους μαζί
Θάνατος στο Βυζάντιο σιχτίρ οι δυναστείες
το διάφραγμα της φίλης μου τις ειρηνικές επεμβάσεις
οι πουλημένες τραβηχτικές Kodak και Γ. Σταύρουνα πάνε να πεθάνουν
Θάνατος στους Αθάνατους
μαύρες σημαίες και κόκκινο το φως ανοίγει
– Θ’ ΑΝΟΙΞΕΙ – ο δρόμος το στόμα
τα μάτια η καρδιά και το μυαλό.

Έτσι να κάνουμε θα πέσει η πόρτα.
Κι η μηχανή με το αρχαίο φιλμ. Μη. Μη συνέχεια οι άνθρωποι
μαύρα αρνητικά και μεις ΚΑΜΕΝΟΙ ΗΛΙΟΙ.

their pharmacies and pharmacists all together
Death to Byzantium to hell with dynasties
my friend’s diaphragm, the peaceful interventions
the Sold out catchy Kodaks and G. Stavrou ???? (she means the good looking and appalling photos taken by a Kodak camera and probably the figure of G. Stavrou, the founder of the National Bank of Greece or a photographer of the 60s that had the same name, so should we translate with sth equal and common, like a figure that stands on regular money bills??)they can go die
Death to Immortals
black flags and red light open
– Will open – the road the mouth
the eyes, the heart and mind.

Onelittle move and the door will fall.(Έτσι να κάνω is used when you want to show a really small move with the hand, when you describe/imitate sth like a tiny annoyment)
And the camera with the ancient film (will fall). No. No you people all the time/ constant
black negatives and we BURNED OUT SUNS.

Κατερίνα Γώγου- Ιδιώνυμο (1981)

Ιδιώνυμο 8- Σάπια./Σάπια θέματα

Σάπια./Σάπια θέματα/ μουχλιασμένοι τόμοι πουλες βιβλιοθκες
λέξεις τσανακογλύφτες λέξεις δολες / στημένες μηχανς
λέξεις κομπίνες
δῶ  ἡ ζωμας ταρος μκαρφωμένα χιλιάδες
φασιστικμαχαιράκια
ξερνάει μαρα ταματά μας
κασες ζωγραφίζετε νεκρς φύσεις
σκλιμακτήριες κδόσεις νά κονομάει ΕΟΤ.


Κόμματα – σημεα στίξης
οκολογία – ρχαοι πρόδρομοι μς δείχνουν δρόμους
μονάχα μτν πισθεν
παραχωμένοι σβαθιος λάκκους οκαλο
δημόσια ργα κα

τζίφρες πιφανν
περννε σφαλτο πάνω τους
να μεγάλο στρογγυλκουτ
σν κάλπη γ
να ίχνουμε τν ψφο μας
,τι χρμα κανά παίρνει σαλαμάντρα
δεξιεναι
Κάτι ψόφιες γαζίες ναλάβανε τν νοιξη
οἱ ῥίζες δέν εναι γιά νά γυρίζουμε πίσω
εναι γιά νά βγάζουνε κλαριά
μα δβγάζουνε
εναι παλούκια καυσόξυλα
δοφράγματα

Katerina Gogou – Idionym (1981)

Idionymon 8

Rotten. / Rotten issues / musty volumes insidious libraries

words  ass-kissers words slaves /

rigged machines

words scams

Here our life a bull with on him nailed thousands

fascist little knives

puking black our blood

And you paint still life

In climacteric editions that will make the Ministry of Tourism richer.

Parties- panctuation marks

ecology- ancient ancestors

show us the way

only in reverse gear

buried in deep pits the

good ones

public works

and  squiggles by distinguished people

run like the asphalt over them

a big round box
like a balllot the earth

to throw our vote inside

whichever color the salamander takes

she is always right

Some dead thorn trees undertook

spring

and the roots are not supposed to take us back
they are to grow branches
if they don’t grow branches

they are sticks, firewood,

barricade.

ΜπροστΜπροστκι λλο!
τόσο θέλει
π’ τν ποταγστήν ξέγερση
π’ τὸ ὅλοι κανένας
π’ τὸ ὅλα τίποτα
καμες / μς μπάζουνε
π’ τν εσοδο πηρεσίας
στό πόδι τρμε τ’ ποφάγια τους
παλιομοδίτικο φουλάρι φορμε στό λαιμμας
τν ψόφια γάτα τοπολιτισμο
τώρα δέν εμαι μονάχη  μου πι
χω, πιασα παφή
δφοβμαι κανένανε
καμώνομαι πώς ζαττή ζωή κι τοιμάζω τν λλη
μέρα ντάλα μεσημέρι θ’ ρπάξω πινέλα κακουβ
θσηκώσουμε τπλακόστρωτα
θκάνω μιά μεγάλη βροχμπροκηρύξεις
συνθήματα προτροπς
σφαρες – λέξεις στό χαρτ
γράμματα μπέτσες κααμα
ποίησή μας ψυχοσωματικ
κανένας σας πιδεν μπορενά μς χωρίσει
κατή ζωή μου
κι ποος κοτάει ς κάνει πρς τδ· χειροβομβίδα
μτραβηγμένη περόνη.
Forth, forth some more!

Just a little bit

from obedience to rebellion

from all or none

from all or nothing

and we/ they drag us in

through the
backdoor/ service door

in a rush we eat / we bolt down their left-overs

we wear an old fashioned scarf on

our neck

the dead cat of culture

now I’m not alone any more
I’ve got, I made contact

I fear no one

I pretend that I live this life and

prepare the other

right in the mid day I’ll grab the paintbrush and the bucket

we will raise the pavements

I will draw a big rain of

tracts

battle cries of exhortation

bullets-words on paper

letters with skin/ crust and blood

our poetry physchosomatic –

none of you can separate us any more

and my life

and who ever has the gut get over here

hand grenade

with its safety pin pulled off.

Κατερίνα Γώγου- Ιδιώνυμο (1981)

Ιδιώνυμο 9- Να δόσεις μια και να βγεις όξω απ’ την πόρτα.

Να δόσεις μια και να βγεις όξω απ’ την πόρτα.
Πάρε φόρα και βρόντα την πίσω σου.

Στήσου απέναντι και δες το πατρικό σου να σωριάζεται
τα παιδικά σου χρόνια δες τα καλά
να τη φουντάρουν απ’ τους φεγγίτες μουγγρίζοντας
σαν τα βόδια που τους πατάνε πυρωμένο σίδερο
και τα μαρκάρουνε

θρησκευτικές τελετές ξόρκια χρυσά σταυρουδάκια
μποδίζουν στο κατάπημα

 

στήσου απέναντι και κοίταξε
πόρτες και παράθυρα έχουν το σχήμα του σταυρού
τίποτα δεν είναι τυχαίο

Σάπιο η φωνή του αίματος
το κληρονομικό δίκαιο το κρατάει

την ώρα που θα πέφτει το τελευταίο καδρόνι
πέρα μακριά ανεμίζουν πουλιά

 

βάλε τα χέρια στις άδειες τσέπες σου
άνοιξε βήμα μη νοιαστείς για την ώρα
άνοιξε το στόμα σου ξύπνα τους ένοικους της γης

βάλε λόγια και δική σου μουσική
ξελαρυγγιάσου με την αγριοφωνάρα σου

– Η ζωή –
δεν είναι ένα κλειστό ταξίδι
που είταν
α-α-αταξίδευτο

Katerina Gogou – Idionym (1981)

Idionymon  9- Smack it and jump out the door.

Smack it and jump out the door.

 

Kick start and knock the door behind you.

Stand on the other side and watch your father’s home/ parental home tearing down to pieces
your childhood years; take a good look at them
saltating down the skylight, moaning
like bullocks with fire heated marks pressed  against them
marked

religious ceremonies voodoo golden crosses
hinder our swallowing

Stand on the other side and look
doors and windows that have the shape of the cross
nothing is by accident

Rotten the voice of blood
Law of inheritance holds it

at the time when the last stick will be coming down
far away birds are winding

put your hands in your empty pockets
open up your step don’t give a damn about the time
open up your mouth wake up the tenants of the earth

put lyrics and your own music
howl away with your wild voice

Life
is not a blocked dead end journey
that
“never set sail”

Κατερίνα Γώγου- Ιδιώνυμο (1981)

Ιδιώνυμο 10- Άνοιξα τσακ απότομα τα μάτια μου

Άνοιξα τσακ απότομα τα μάτια μου απ’ τη φασαρία που ’κανε το ταβάνι άγρια μεσάνυχτα/


λύνοντας τα σχοινιά απ’ τους 4 τοίχους κι έφυγε παίρνοντας μαζί του τη σκεπή και τις κουβέρτες μου. Ευκάλυπτοι/

σακουλάκια λεβάντας και βατομουριές ήρθανε και ξαπλώσανε στα δόντια μου στο μαξιλάρι μου και στα μαλλιά μου. Μ’ ένα σφύριγμα βαποριού σαλπάρισε η πόρτα/
κι απ’ το πέρασμα μπήκαν με μικρά πηδηματάκια/

 

η μάνα μου κι ο πατέρας νιόνυμφοι/
με κερασάκια στα αυτιά και τα κορδόνια τους αντικρυστά δεμένα.

 

Από πίσω η γιαγιά απ’ το χωριό με τσεμπέρι κατεβασμένο απ’ το στόμα.

Κατόπιν η γιαγιά Αθηναία
με γούνα που δαγκωνόταν στο λαιμό και το στόμα βαμμένο μ’ ένα περίεργο μεταξωτό χαρτάκι –το ’χω- ο Γιώργος με τη Μυρτώ ευτυχώς είχαν ζήσει.

Ίχνος πουθενά από βουβά τηλέφωνα και συνταγές και στον καθρέφτη που γυαλίστηκα ήμουνα όμορφη.

 

 

Katerina Gogou – Idionym (1981)

Idionymon 10- I opened *blink* my eyes

I opened *blink* my eyes because of the racket that came down the ceiling in the wild midnight

untying the ropes from the 4 walls and left taking with it the roof and my blankets. Eukalypts

little bags of lavender and blackberry bushes came and lied down on my teeth

on my pillow and my hair.

With a ferry’s whistle the door set sail/

and through the opening in they came hopping

my mother and father just married/

with cherries on their ears and their laces tied face to face.

Behind them grandma  the villager

with a kerchief down and around her mouth.

Afterwards grandma the Athenian
with a fur that bit it self on her neck and her mouth painted with a weird silk paper -I have it- George and Myrto luckily had stayed alive.

No traces of mute telephones or recipes and on the mirror where I polished myself I looked pretty.

Όχι όμως έτσι σαν άνθρωπος/
ήμουνα μισό Βαρδάρης – μισό άσπρο πουλί – περίεργο άσπρο – κι ο ταξιτζής που μ’ είχε δείρει μια νύχτα πολύ μου ’δωσε ένα ματσάκι μυγκέ απ’ αυτά που δίνουνε για την πρώτη φορά τους στις νύφες. Κουβεντιάζανε γρήγορα γρήγορα και σιγά σα να γουργουρίζανε νανουρίσματα σ’ ανακάλυφτη γλώσσα. Ένας Μάης 68 μ’ ένα πανί δεμένο στο κεφάλι σαν αυγό έκανε ΧΑ! στο τζάμι και το χνώτισε/

 

κι ένα δάχτυλο σκέτο/ ένα ολομόναχο

δάχτυλο σκέτο/ έγραψε ένα ολόκληρο ποίημα με αριθμούς. Έκανε τ’ όνειρο πράξη. Λες να κάνουνε την επανάσταση οι αριθμομηχανές… σκέφτηκα… Όπου και να με βάλουν προσαρμόζομαι σκέφτηκα
καλο ναν’ αυτό ή κακό

είχα αρχίσει να χάνω και χρώμα
είχε αρχίσει να μπαίνει και μουσική
είχαν αρχίσει όλοι να νυστάζουνε…
να χασμουριούνται… αποκοιμήθηκαν…

…Έβαλα το μαύρο καλτσόν μου και τις σουβλερές σιδερένιες καπιταλιστικές μου μπότες Είμαι/

περπατάω την Ιουλιανού/ όπου θες τώρα πάω/ μπαίνω σ’ όλα τα γήπεδα τις Κυριακές παίζω παιχνίδι κατενάτσιο μέχρι να βρούμε άκρη.


Ένας με φουλ φέις της τάχα αριστεράς

πάει να με ξεκάνει ουρλιάζω Ζήτω τα εργατικά συμβούλια ζήτω η εργατική τάξη/

But not like this, like a human/

I was half the West Breeze half a white bird – and odd white and the taxi-driver

that had smacked me up one night

gave me a bouquet of  lillies, those they give to brides on the big day.

They were chatting hotfoot and

softly as if they were purring lullabies

of an undiscovered language. A May 68

with a bandana tied on his head like an egg went “HA!” on the glass and moisturized it

and just a finger/ a sole finger

a plain finger/ wrote a whole poem in numbers. Made the dream come true.

D’ you think calculators will start the revolution?… I figured… Wherever they put me I adjust

I figured

is that good or bad

I’d started to turn pale/ lose color

Music started pouring in

everyone started feeling sleepy…

yawning… they fell asleep…

I put on my black tights and my stabby iron capitalist boots

I am/

I walk across Ioulianou street/ where you want me I’ll go now/ I enter every stadium on Sundays I play the game on defense till we find the way.

A guy with a full-face of the so-called left

tries to rub me off I scream Long Live the workers’ unions, long live the working class/

χώνομαι στον τηλεφωνικό θάλαμο να σωθώ κι η πόρτα κλείνει έτσι που δεν ξανανοίγει πια. Έχω αντοχή μέσα απ’ το τζάμι.
Έχω εμπιστοσύνη παρόλ’ αυτά στο είδος μου

 

Υπερεαλιστές ποιητές όμοιοι με σταλινικούς ήρωες
ξευτίλες βάσανα παρακάλια πείσμα υπομονή
τέτοιοι είμαστε

Έτσι είναι οι άνθρωποι.
Κάποιος θα θελήσει να τηλεφωνήσει.

I hide away in the phone booth to save myself and the door slams in a way that it will never open again.

I’ve got solidity through the glass.

Despite all that, I still have trust in my species.

Surrealist poets look-alikes of Stalinesque heroes

bastards torments pleas persistence

patience

That’s who we are

That’s how people are.

Someone will want to make a call.

Κατερίνα Γώγου- Ιδιώνυμο (1981)

Ιδιώνυμο 11- Ωρέ φιλάρα!

Ωρέ φιλάρα!
στο τηλέφωνο δεν λέγονται…
Άμα κατέβεις από δω
θα σου δείξω κάτι μεγάλα φτερά που μου φυτρώσανε
Θα σου δείξω
πόσο ανάλαφρα πέταγα
πηγαίνοντας στην απαγορευμένη συγκέντρωση
γιατί σφύριζε στο χέρι μου
μια βαριά αλυσίδα.

Katerina Gogou – Idionym (1981)

Idionymon 11-  Hey fella

Hey fella!

I can’t talk about this on the phone…

If you drop by down here

I will show you  the great big wings that grew on me

I will show you

how lightly I was flying

going down to the banned

gathering

why in my hand

a heavy chain was whizzing.