Category Archives: Modern Greek Aestheticism & Antiquity

«Ορισμένοι είναι γεννημένοι ηθογράφοι ή ελληνολάτρες»

ΤΕΤΑΡΤΗ, 04 ΜΑΡΤΙΟΥ 2015 00:00

alt

Ανέκδοτη συνέντευξη του Παύλου Μάτεσι από το 2007 για τον Αριστοφάνη και τις μεταφράσεις του.

Του Ηλία Κολοκούρη

Tο 2007, με αφορμή μια εργασία μεταφραστικής θεωρίας και πρακτικής για το μάθημα του Γιώργη Γιατρομανωλάκη, συνάντησα τον Παύλο Μάτεσι στα Εξάρχεια, στο Βοξ. Η μέρα ήταν ωραία και ο κύριος Μάτεσις είχε κέφια. Έχει μόλις επανεκδοθεί η Μητέρα του σκύλου από τις εκδόσεις Καστανιώτη, κι έχουν κυκλοφορήσει σε μετάφρασή του οι Σφήκες του Αριστοφάνη. Συνάντησα άλλες δύο φορές τον κύριο Μάτεσι, και κάθε φορά τελείωνε τη συνάντηση ευχόμενος «Χαίρε, Υγίαινε, Σκίζε!». Το 2013 ο Παύλος Μάτεσις ακολούθησε τον Διόνυσο και τον Ξανθία στην διαμάχη Ευριπίδη – Αισχύλου στον Κάτω κόσμο, κοάζων είρων και ωραίος “Βρεκεκεκὲξ κοὰξ κοάξ”. Αποχώρησε στα 80 του χρόνια, 20 Ιανουαρίου 2013.

Στο θέατρο, το κείμενο, η λέξη πρέπει την στιγμή που εκφέρεται, εκείνη την στιγμή να γίνεται κατανοητή από τον θεατή. Δεν φταίει ο θεατής.

Υπάρχει δύσκολο θέατρο ή είναι δύσκολο το κοινό;

Στο θέατρο, το κείμενο, η λέξη πρέπει την στιγμή που εκφέρεται, εκείνη την στιγμή να γίνεται κατανοητή από τον θεατή. Δεν φταίει ο θεατής. Αν την καταλάβει μετά από δέκα δευτερόλεπτα, δεν συμβαδίζει με το έργο και τον ηθοποιό. Χρειάζεται να υπάρχει καθαρότητα και ευθυβολία και του νοήματος και του ήχου. Έχεις σπουδάσει τη μουσική;

Είχα κάνει λίγο πιάνο, αλλά όχι πολλά πράγματα, εσείς;

Έχω τελειώσει βιολί και θέλω να πω ότι αντιλαμβάνομαι πως η λέξη συγγενεύει με την μουσική, αφού έχει ως πρώτη ύλη τον ήχο, παράλληλα όμως έχει μια έννοια, ένα νόημα. Αυτό απευθύνεται στον εγκέφαλο. Δηλαδή, η λέξη είναι ένας ήχος που απευθύνεται στο υποσυνείδητο και δεν ξέρουμε πώς θα επιδράσει στον κάθε δέκτη. Ο συγγραφέας ξέρει όμως. Αν θυμάσαι στον Οιδίποδα επί Κολωνώ, όπου στο τέλος ο Οιδίπους καταριέται τον γιο του, οι λέξεις είναι πάρα πολύ σκληρές ηχητικά, όλο μπρρρ ντρρρρ γκρρρ. Ήξερε τι έκανε ο Σοφοκλής, το ίδιο και ο Αριστοφάνης.

Πώς σας φαίνονται οι υπάρχουσες μεταφράσεις του Αριστοφάνη;

Οι παλιότερες μεταφράσεις του Αριστοφάνη ντρέπονται να πούνε και τα σύκα σύκα. Έτσι, βλέπεις πολλούς αριστερούς (Ρώτας, Βάρναλης κλπ) οι οποίοι, ενώ θέλανε να ξεμπροστιάσουν την γλώσσα, σε πράγματα που έχουν σχέση με το σεξ ήταν ντροπαλοί.

Κάθε λέξη ως ήχος επιδρά διαφορετικά σε κάθε δέκτη. Από κει και πέρα το να προσπαθήσεις να στρατεύσεις την γλώσσα και να τη χρησιμοποιήσεις για τα κόμματα, το δημιούργημά σου είναι λίγο ζαβό. Οι μεταφράσεις που έχουν γίνει του Αριστοφάνη, αν ιδωθούν με κριτικό μάτι σε σχέση με το πρωτότυπο, θα φανεί ότι η γλώσσα είναι στρατευμένη. Κομματική. Ακόμα και του Βάρναλη. Καλά, του Ρώτα είναι φρίκη, δεν συζητιέται. Του Σταύρου είναι άμουσες, είναι μη ποιητικές. Ο Αριστοφάνης είναι μέγας ποιητής. Βλέπεις εκεί που μιλάει, λέει λέει λέει, χρησιμοποιεί την γλώσσα την τότε καθημερινή, αλλά στα χορικά είναι τόσο λυρικός που τα χάνεις. Όπου του το επιτρέπει η κωμωδία, ο λυρισμός του διαχέεται. Στις Νεφέλες υπάρχει ένας λυρισμός ιερατικός, δεν σηκώνει κουβέντα. Και μάλιστα το τελειώνει το έργο κι οι Νεφέλες λένε: «Βγάλτε μας από ’δω, αρκετά σας χορέψαμε για σήμερα!», κάτι δίσημο, αφού και χορέψαμε για εσάς αλλά και σας χορέψαμε. Οι παλιότερες μεταφράσεις του Αριστοφάνη ντρέπονται να πούνε και τα σύκα σύκα. Έτσι, βλέπεις πολλούς αριστερούς (Ρώτας, Βάρναλης κλπ) οι οποίοι, ενώ θέλανε να ξεμπροστιάσουν την γλώσσα, σε πράγματα που έχουν σχέση με το σεξ ήταν ντροπαλοί. Μετέφραζαν σαν μέλη χριστιανικής ένωσης. Του Γεωργουσόπουλου οι αριστοφανικές μεταφράσεις είναι κακές. Ο άνθρωπος ξέρει αρχαία όσο κανείς, αλλά δεν έχει αίσθηση του χιούμορ, κι έτσι το περνάει όλο στο χωριάτικο. Είναι ορισμένοι άνθρωποι που είναι γεννημένοι ηθογράφοι ή είναι ελληνολάτρες. Ο Γεωργουσόπουλος θέλει να βγάλει τα ηπειρώτικα τραγούδια μες στην τραγωδία.

Διαφωνείτε όταν γίνεται σύνδεση της Ελλάδας των πρώτων χρόνων μετά το ’21 με την Ελλάδα της αρχαιότητας μέσα σε μια μετάφραση;

Ναι. Συχνά καταντά γελοίο, γιατί από μια στιγμή και μετά, η ελληνική πραγματικότητα υπέστη μια καθίζηση και μια ήττα εξαιτίας της νέας θρησκείας, του χριστιανισμού. Οι λέξεις που χρησιμοποιεί ο Αριστοφάνης, ή τα σύμβολα, τα φαλλικά σύμβολα (στους Αχαρνείς που βάζει την κορούλα του Δικαιόπολι να κρατάει τον φαλλό) σήμερα θα ήταν τερατώδη, όχι το τότε γονιμικό σύμβολο. Σήμερα θα λέγανε ότι έβαλε την κόρη του να κρατάει την πούτσα.

alt

Ο χριστιανισμός κατέστρεψε ή έσωσε κάτι από την αρχαία Ελλάδα;

Ο χριστιανισμός μετέβαλε τα πράγματα, έφερε την αίσθηση της αμαρτίας. Σου λέει ό,τι και να κάνεις θα είναι αμαρτία, στο σεξ, στον έρωτα. Ποιο; Το πιο φυσιολογικό πράγμα για τους αρχαίους, ο έρωτας. Ακόμα και ο έρωτας μεταξύ αντρών δεν ήταν κατακριτέος, εκτός απ’ την πορνεία, δηλαδή όταν το παιδί πήγαινε και γαμιότανε για λεφτά, τότε ήτανε όνειδος. Αυτή η αίσθηση της αμαρτίας σήμερα μας εμποδίζει στην μετάφραση. Επιπλέον είναι και ένα άλλο πράγμα, σχετικά με τις λέξεις που έχουν να κάνουν με τα γεννητικά όργανα και τις φυσικές λειτουργίες του σώματος. Οι λέξεις οι σημερινές είναι λίγο βάναυσες ηχητικά, επειδή είναι οι περισσότερες παρμένες από ξένες γλώσσες. Οι αρχαίες λέξεις, εκτός του ότι δεν έχουνε την χροιά της αμαρτίας, δεν είναι άσχημες. Αν κυριολεκτήσεις όταν μεταφράζεις, βρωμάει το πράγμα. Εκεί πρέπει να βρεις έναν τρόπο να «περάσεις από το πλάι». Λόγου χάρη το «πούτσα» προέρχεται από τη σλάβικη λέξη bozzo. Μπορεί η αρχαία λέξη να ’ναι όντως η «ψωλή», δεν μπορείς όμως να το βάλεις έτσι. Αν πάλι πεις «πουλί», εκεί γίνεται πολύ χαδιάρικο. Πρέπει να βρεις έναν τρόπο χιουμοριστικό. Παραδείγματος χάριν, στο τελευταίο που μετέφρασα, στις Σφήκες, το «ευρύπρωκτος», να βάλεις πούστης; Είναι άσχημο. Εγώ το έβαλα «κώλος δημοσίας χρήσεως». Έτσι, περνάει αυτό που θέλει ο Αριστοφάνης και με χιούμορ και βρίζει, και ξεφωνίζει.

Πώς αντιλαμβάνεστε εσείς τον Αριστοφάνη ως προσωπικότητα;

Ο Αριστοφάνης ήτανε αστός και εύπορος. Δεν ήτανε χωριάτης, όπως θέλουν μερικοί να τον παρουσιάσουν. Βεβαίως, ορισμένοι ήρωές του είναι χωριάτες. Κι εκεί, ως έξυπνος συγγραφέας που είναι, τους βάζει να μιλάνε χωριάτικα. Ορισμένες φορές η γλώσσα δεν ανήκει στον συγγραφέα, ανήκει στο πρόσωπο.

Όπως με την Ραραού στο δικό σας έργο. Σωστά;

Ναι, υπήρξε και μία ωραία παρεξήγηση με ένα δικό μου έργο. Όταν μεταφράστηκε Η Μητέρα του σκύλου στα γαλλικά στις εκδόσεις Gallimard, κάποιοι το διάβασαν και είπαν ότι ο μεταφραστής είναι αγράμματος. Το διάβασε και ο Jacques Bouchard, ο οποίος είναι διαπρεπής μεταφραστής, μέλος της Ακαδημίας και λοιπά και τους εξήγησε ότι δεν είναι αγράμματος ο μεταφραστής, είναι αγράμματη η ηρωίδα, η Ραραού. Πρέπει όμως να σκεφτείς, ακόμα κι όταν ο επί σκηνής μιλά με ιδίωμα, αν οι λέξεις που χρησιμοποιείς είναι γνωστές στο κοινό. Δηλαδή, εγώ βάζω τον Ψευδαρτάβα τον Πέρση στους Αχαρνείς να λέει «Πάρη παπάρι» και «Γιουνάν». Γιατί αν την ώρα που μιλά ο θεατής καθυστερήσει έστω και λίγο, πάει, έχασε και τα επόμενα. Βέβαια, η λογοτεχνία γενικά σήμερα και το θέατρο απευθύνεται σε μία μειονότητα. Αναγκαστικά θα αγνοήσεις τους αγράμματους, προσπαθώντας όμως να μη τους δυσκολέψεις κι άλλο. Παίζει μερικές φορές τεράστιο ρόλο ο ρυθμός σε μια μετάφραση, ο τρόπος που ο ήχος κατευθύνεται προς τον εγκέφαλο. Ο ρυθμός της λέξης ορίζει πάρα πολλά πράγματα, στην τυπολογία και στην διάθεση. Αλλιώς επιδρά ο στίχος που τονίζεται στην λήγουσα κι αλλιώς στην προπαραλήγουσα. Αυτό το ξέρει πολύ καλά και το κάνει πολύ καλά ο Αριστοφάνης. Έχει διαβάσει τους Προσωκρατικούς, δεν είναι αγράμματος.

Ναι, αλλά παρωδεί τον Ευριπίδη. Πώς κι έτσι;

Σήμερα υπάρχει ένα είδος πνευματικής τρομοκρατίας: όταν ένα πρόσωπο είναι διάσημο και δεν αρέσει σε κάποιον, εκείνος δεν τολμά ούτε να τον ξεφωνίσει, ούτε καν να πει την γνώμη του. Ο Αριστοφάνης γενικά δεν φοβάται να σατιρίσει και να αμφισβητήσει.

Ο Αριστοφάνης λάτρευε τον Ευριπίδη. Ο Ευριπίδης είχε αρχίσει να αμφισβητεί τους δύο προηγούμενούς του, τον Αισχύλο και τον Σοφοκλή που ακόμη και σήμερα αποτελούν το «τοτέμ» της τραγωδίας. Ο Ευριπίδης αμφισβήτησε τους θεούς, εισήγαγε την ειρωνεία. Ορισμένα έργα του είναι εντελώς ειρωνικά, δεν αστειεύεται. Γι’ αυτό και στον καιρό του ήταν σκάνδαλο. Πήρε μόλις τέσσερα βραβεία σε μια ζωή. Ο από μηχανής θεός του Ευριπίδη είναι καθαρή ειρωνεία, είναι σαν να λέει το έργο «Παιδιά είμαι σε αδιέξοδο, βγάλτε τον θεό, αλλιώς βγάλτε τα πέρα μόνοι σας». Αυτό είναι ειρωνεία νομίζω. Με όλα αυτά κινδύνευε κιόλας, να τον περάσουνε στην αθεΐα και να τον θανατώσουν. Ο Αριστοφάνης ειρωνεύεται τον Ευριπίδη συνέχεια, αλλά και τον λατρεύει, γι’ αυτό του αφιερώνει τόσους στίχους και στους Αχαρνείς. Η σκηνή είναι καθαρή παρωδία, αλλά ο ποιητής επιλέγει να παρωδήσει τον μέγιστο. Όταν θες να κάνεις σωστή σάτιρα, ας πούμε στις πουτάνες, θα πάρεις την κορυφαία πουτάνα. Όταν σατιρίσεις θα πάρεις την κορυφαία προσωπικότητα, δεν θα πάρεις τους «δεύτερους». Θέλει να σατιρίσει ένα είδος της λογοτεχνίας, κι έτσι επιλέγει τον κορυφαίο του είδους. Δεν θα μπορούσε να πάρει έναν άσημο της εποχής. Πήρε τον Ευριπίδη, μία κορυφή, η οποία προκαλούσε κιόλας. Δεν είναι αντιδραστικός απέναντί του. Οι άλλοι δύο της τραγωδίας δεν ζούσαν πια, γι’ αυτό τον επιλέγει, και επειδή προκαλούσε σκάνδαλο. Σήμερα υπάρχει ένα είδος πνευματικής τρομοκρατίας: όταν ένα πρόσωπο είναι διάσημο και δεν αρέσει σε κάποιον, εκείνος δεν τολμά ούτε να τον ξεφωνίσει, ούτε καν να πει την γνώμη του. Ο Αριστοφάνης γενικά δεν φοβάται να σατιρίσει και να αμφισβητήσει. Στους Βατράχους του σατιρίζει τον Διόνυσο με πολύ ελευθερία. Τηρουμένων των αναλογιών, δεν θα μπορούσε κανείς σήμερα να τολμήσει να σατιρίσει όχι τον ηγέτη της κρατούσας θρησκείας, κάποιον δευτερεύοντα, τον Άγιο Διονύσιο. Θα σε φάνε. Υπήρχε ένα κοινό με ανοιχτό μυαλό που επέτρεπε στον Αριστοφάνη την τόλμη του. Δεν είναι εμπαθής, είναι έντονος.

Μπορεί ο μέσος αναγνώστης να απολαύσει από μόνο του σήμερα Αριστοφάνη;

Πιστεύω ότι για να διαβάσεις, να καταλάβεις και να μεταφράσεις σωστά Αριστοφάνη, πρέπει να προηγηθεί ανάγνωση του Θουκυδίδη. Γιατί ο Αριστοφάνης έχει άμεση σχέση με την πατρίδα του. Πατρίδα τότε δεν ήταν η χώρα, όπως σήμερα. Πατρίδα ήταν οι άνθρωποι.

Πιστεύω ότι για να διαβάσεις, να καταλάβεις και να μεταφράσεις σωστά Αριστοφάνη, πρέπει να προηγηθεί ανάγνωση του Θουκυδίδη. Γιατί ο Αριστοφάνης έχει άμεση σχέση με την πατρίδα του. Πατρίδα τότε δεν ήταν η χώρα, όπως σήμερα. Πατρίδα ήταν οι άνθρωποι. Υπάρχει μια φράση στον Θουκυδίδη που λέει «Ἄνδρες γαρ πόλις». Τώρα να τ’ ακούσουν οι γυναίκες θα μας σφάξουνε… (γέλια) Δεν υπήρχε η σημερινή απόσταση που υπάρχει από το «κράτος». Ο απλός Αθηναίος φρόντιζε για την ιστορία της πατρίδας του. Σήμερα εννοείται δεν έχουμε καμία σχέση, είμαστε ένα μικρό, ασήμαντο και γελοίο κράτος. Ισχύει το «ο σώζων εαυτώ κατ’ ιδίαν σωθήτω». Τότε ήταν το μεγαλύτερο κράτος της γνωστής οικουμένης. Βέβαια, έκαναν και λάθη, έγιναν αυτοκρατορία του κερατά. Απόπειρες εξάπλωσης σε όλη την Μεσόγειο, αυτή η Αυτοκρατορία της ανατολικής Μεσογείου ήταν και το όνειρο του Αλκιβιάδη με την εκστρατεία στην Σικελία. Ο Αριστοφάνης είχε την συναίσθηση ότι κινδυνεύουν όλα αυτά από τις μαλακίες των Ελλήνων, την διχόνοια ανάμεσα και στους πολίτες και ανάμεσα στα κράτη της Αθήνας και της Σπάρτης. Ο Αριστοφάνης έβλεπε ότι όλα αυτά χάνονταν. Στην αρχή προέτρεπε για την νίκη και άλλα τέτοια. Μετά την Σικελική Πανωλεθρία, με τους Ὄρνιθες, πάει στην ουτοπία. Ο Πλοῦτος είναι μιας άλλης εποχής, υπάρχει λογοκρισία, γι’ αυτό και δεν υπάρχει παράβαση και άλλα τμήματα του χορού, δεν επιτρέπεται.

Όταν ο Αριστοφάνης αναφέρεται σε άγνωστα σήμερα ιστορικά πρόσωπα;

Το έργο, η μετάφραση προορίζεται μόνο να παιχτεί. Και πρέπει να γίνεται κατανοητό την ώρα που παίζεται, μόλις εκφέρεται ο λόγος.

Τι θα κάνεις; Ή θα βάλεις μια λέξη πλάι που να εξηγεί τι ήταν αυτός, αλλιώς κάνεις μία μετάφραση για το γραφείο. Το έργο, η μετάφραση προορίζεται μόνο να παιχτεί. Και πρέπει να γίνεται κατανοητό την ώρα που παίζεται, μόλις εκφέρεται ο λόγος. Ο Αριστοφάνης έχει τις αντιρρήσεις του ως προς αυτό. Κάνει τρελά πράγματα, είναι σουρεαλιστής. Αυτά που νομίζουν ότι έχουν γραφτεί τώρα, έχουν γίνει από τότε. Όταν σταματάει την δράση και βάζει την Παράβαση, όπου τους βρίζει γιατί δεν του έδωσαν το βραβείο, «ξυπνάει» το κοινό του και τους λέει «Είμαστε στο θέατρο! Μην ξεχνιόμαστε…». Μάλιστα, πάρα πολλές φορές στο μέσον της υπόθεσης, βάζει μες στον λόγο του έναν θεατή, κάνει αυτό που έγινε πολύ πιο μετά με το Θέατρο του Παραλόγου. Από τον Αριστοφάνη υπήρχε ήδη αυτή η ερωτική σχέση ανάμεσα στον ηθοποιό και τον θεατή. Οι αναχρονισμοί χρειάζονται σε αυτή την σχέση, η οποία σήμερα βγαίνει μέσω της μετάφρασης. Στους Σφῆκες μιλάει ο πατέρας και λέει «Θα επιβάλει δικτατορία» και έβαλα εγώ να του απαντά «Τι δικτατορία; Εδώ έχουμε να δούμε δικτατορία από το ’67!» Δηλαδή όταν υπάρχει ένα πρόσωπο τότε γνωστό, για παράδειγμα μια ξακουστή πουτάνα της εποχής, το να μεταφράσεις με μια πουτάνα σημερινή σχεδόν επιβάλλεται. Όχι βέβαια όταν μιλάμε για διάσημα πρόσωπα, ο Αλκιβιάδης είναι ο Αλκιβιάδης, ο Περικλής είναι ο Περικλής. Τα δευτερεύοντα τα αντικαθιστάς με σημερινά (πάλι στους Σφῆκες λέει «Πάμε για συμπόσιο» και έβαλα «Πάμε στου Μπαϊρακτάρη», ή στον Πλοῦτο «Δεν έχεις λεφτά; Σου γύρισα την πλάτη. Έχεις λεφτά; Σου γύρισα τον κώλο») Αμέσως περνάς αυτό που θέλεις.

Πώς όμως προκαλείται το γέλιο στον σημερινό θεατή του Αριστοφάνη;

Η μετάφραση δεν αντιπροσωπεύει ακριβώς το πρωτότυπο έργο. Η μετάφραση αντιπροσωπεύει την περί του πρωτοτύπου άποψη της εποχής κατά την οποία γίνεται.

Με την μεταφορά στη εποχή μας. Η αναφορά σε μια σύγχρονη πουτάνα προκαλεί γέλιο. Η παρεμβολή σημερινών λέξεων προκαλεί γέλιο. Η χρήση γαλλικών όρων για παράδειγμα στις δικές μου Θεσμοφοριάζουσες (νεσεσέρ κ.λπ.) προσδιορίζει το αδερφάτο του εν σκηνή προσώπου, ενώ παράλληλα βοηθά τον σημερινό θεατή να «συγκατοικήσει» με τον τότε θεατή και συγγραφέα. Ο Αριστοφάνης δεν είναι ένα μουσείο, είναι ζων, ζωντανός. Παίζει πολύ μεγάλο ρόλο η γλώσσα, για καθαρά θεατρικούς λόγους πρέπει να γίνεται κατανοητή. Δεν πρέπει να φοβηθείς να παρεμβάλεις όπου κρίνεις ότι χρειάζεται καθαρεύουσα. Για παράδειγμα, όταν μιλά μια πουτάνα με έναν πολύ καθωσπρέπει κύριο. Ή πάλι, όταν μιλάνε ημιμαθείς, μπορείς να βάλεις να πετάνε άγριες κοτσάνες, αυτά τα πιάνει το κοινό αμέσως. Δεν μπορείς να χρησιμοποιείς το αρχαίο κείμενο ως έχει, μιλάμε μόνο για λέξεις της καθαρεύουσας. Η καθαρεύουσα αποτελεί μια πρώιμη μορφή της σύγχρονης ελληνικής, είναι κοντά σχετικά στον σημερινό ακροατή. Θεωρώ αδιανόητο ένας μαθητής να μην ξέρει καθαρεύουσα. Δεν θα μεταφράσουμε τον Ροΐδη τώρα, όπως κάνουν μερικοί ανόητοι. Παίζει ρόλο ο ρυθμός στο πώς θα βγει γέλιο. Στο αρχαίο κείμενο αλλάζουν οι ρυθμοί εκεί που δεν το περιμένεις. Κι αυτό δίνει ένα μικρό μπατσάκι, ξυπνάει τον θεατή, βγάζοντας πράγματα κωμικά μέσα από τον ρυθμό. Δηλαδή, αν πάρεις έναν δυο ασήμαντους στίχους και τους μεταφράσεις σε επικό ύφος ή σε ανάπαιστους, το κείμενο γίνεται γελοίο, κωμικό. Ή όταν ετοιμάζεται ο Τρυγαίος στην Εἰρήνη να πάει στους θεούς για να κανονίσει ειρήνη και ανεβαίνει στο ζουζούνι το μεγάλο, έρχονται η κόρες του και τον ρωτάνε, αν αυτό μεταφραστεί σε ύφος τραγικό: «Ω μπαμπά μας μέσα στα δώματά μας…» κλπ, και απαντά «Πάω προς θεού μου», διαπράττοντας ταυτόχρονα μια ύβρη έναντι του θεού, αλλά δίνοντας και το αναπάντεχο που περιμένει ο θεατής για να γελάσει. Το απροσδόκητο χρειάζεται, πρέπει όταν αναφέρει ποιητές για παράδειγμα, να το μεταφέρεις σε σύγχρονους. Κάπου έβαλα (Ὄρνιθες) ότι θα τραγουδήσει τραγούδια «ελύτικα, ελυώτικα, ελυτοσεφεριώτικα, μακρόσυρτα ρετσέλια καβαφιώτικα» όπου βγαίνει κι ένας ρυθμός, εκείνος ο νωθρός του παλαιού τραγουδιού του Τώνη Μαρούδα. Τότε είναι πλήρης η σάτιρα, όταν έρχεται ο Αριστοφάνης κοντά στον σημερινό θεατή.

Τελικά, ποια είναι καλή μετάφραση;

Η καλή μετάφραση είναι θνησιγενής. Η μετάφραση δεν αντιπροσωπεύει ακριβώς το πρωτότυπο έργο. Η μετάφραση αντιπροσωπεύει την περί του πρωτοτύπου άποψη της εποχής κατά την οποία γίνεται. Τίποτε άλλο. Δεν αντέχει πάνω από είκοσι χρόνια. Μπορεί το 1930 να ’ναι τέλεια και το 1980 να μην βλέπεται. Κι εγώ τώρα τις παλιές μου μεταφράσεις όταν ξαναπαίζονται, τις αλλάζω όλες. Δηλαδή, μετέφρασα το «Τάνγκο» το 1972, το έπαιξε ο Ευαγγελάτος και το μετέφρασα πάλι όλο από την αρχή όταν ξαναπαίχτηκε. Γιατί ειμαρμένη του ανθρώπου και της ιστορίας γενικά, είναι η αλλαγή.

*Ο ΗΛΙΑΣ ΚΟΛΟΚΟΥΡΗΣ είναι υποψήφιος διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του ΕΚΠΑ. 

Πρώτη δημοσίεση: Bookpress, 2015.


Νικόλαος Ἐπισκοπόπουλος Ut dièse mineur (1893)

Ήρκεσεν ἐν βλέμμα τῆς, ἐκ τῶν ἀτενῶν ἐκείνων καὶ χαύνων, ἐνῶ τὰ ἄκρα τῶν χειλέων τῆς ἀνεσηκώνοντο ὀλίγον, καὶ συνεπτυχούτο τὸ πρόσωπον τῆς ἐλαφρῶς εἰς ἄηχον γέλωτα, παιγνιώδη καὶ φύσει εἴρωνα, καὶ ἠνοίγοντο ενθαρρυντικώς  καὶ ελευθέρως οἱ βραχίονες τῆς πρὸς σφιγκτόν ἐναγκαλισμὸν – ὅπως ὅλα τὰ λησμονήσω καὶ πάλιν, μετᾶ τῆν στιγμιαίαν ἐκείνην ἐξέγερσιν τὴν ἀπεγνωσμένην, καὶ δεθῶ καὶ πάλιν εἰς τὴν ἄλυσίν μου τὴν μαγικήν, ἥτις μὲ έκαμνε νὰ μὴ βλέπω τίποτε, τίποτε νὰ μὴν ἀκούω καὶ νὰ μεθύω αἰωνίως καὶ νὰ διψῶ τὸν έρωτά της, τοὺς ἐναγκαλισμούς τῆς τοὺς θερμούς, εἰς τοὺς ὁποίους μοῦ παρέδιδε, μοῦ εγκατέλειπεν επιχαρίτως τὸ σῶμα της ὁλόκληρον, καί τὰ φιλήματα τῆς τὰ καίοντα καὶ ἡδυπαθῆ, καὶ ὅλον τῆς τὸ σῶμα τὸ αρωματώδες καὶ εὐκίνητον καὶ λεπτὸν ὡς ερπετού…

Αἱ ἔριδες αὗται, βάναυσοι ὡς ἐπί τὸ πλεῖστον καὶ βίαιαι ἐκ μέρους μοῦ, προερχόμεναι ἐκ τῆς ψυχρότητος καί τοῦ πείσματος καί τῆς ἀπιστίας τῆς, τοιουτοτρόπως  πάντοτε ἐτελείωνον, καὶ ἀπέμενον ἐγὼ μὲ μεγάλην ἀπώλειαν νευρκκῆς δυνάμεως, ἀσθενικός, μὲ πληγωμένα καὶ ἐξηντλημένα τὰ πτωχά, τὰ εὐερέθιστα νεῦρα μοῦ, μὲ περισσοτέραν ἀνάγκην θωπειῶν καὶ ἀγάπης ἀπὸ πρῶτα. 
  Ἔπεσα τώρα κουρασμένος ἐπί τῆς εὐρείας καὶ μαλακῆς ἔδρας εἰς τὸ ἡμίφως, καὶ ἡ Μύρρα εκάθησεν ἀναποφάσιστος πρό τοῦ κλειδοκυμβάλου, νωχελώς, καὶ ἔσυρε τυχαίως ἐν μουσικὸν τεμάχιον ἐκ τοῦ ὀκρίβαντος.

Τὸ κλειδοκύμβαλον ανεωχθέν ἀφῆκε οἰμωγὴν μετάλλου, κενὴν καὶ ἀόριστο, ἀπείρως πένθιμον καὶ δυστυχῆ.

Τὸ φῶς τῶν κηρίων, ὡς διήρχετο διά τοῦ τετραγώνου ἐρυθροῦ αλεξιφώτου μὲ τὰς ἐκ λεπτοῦ ἀτλαζιοῦ παρυφάς, ἐφώτιζε πλαγίως τὴν μίαν παρειάν τῆς Μύρρας καί τὸ σῶμα τῆς τὸ κομψόν μέ τὴν λεπτοτάτην ὀσφὺν καί τὰ εὐρέα ἰσχία. Ἔβλεπον, ὡς εκαθήμην δεξιόθεν, τὸν λεπτὸν καταφώτιστον χνουν περιστέφοντα λαμπρώς διὰ χρυσῆς αἴγλης τὴν φευγαλέαν κατατομήν τοῦ παιδικοῦ τῆς προσώπου. Τοὺς ὀφθαλμούς τῆς τόσον μεγάλους καὶ ὑγρούς, σύμβολον τῆς θελήσεως καί τῆς ισχύος τῆς καλλονῆς τῆς, καί τὰ χείλη τῆς ἐρυθρά, ἐρυθρά, προτεταμένα ὀλίγον, σύμβολον τῆς ἡδονῆς, τῆς σχεδὸν ὀδυνηρὰς καὶ οἱονεὶ διυλισμένης, τὴν ὁποίαν μοι παρείχεν – δέν τὰ ἔβλεπον.

Ἡ λάμψις τῶν κηρίων διέγραφε περί τὸ κλειδοκύμβαλον κύκλον φωτεινὸν περιωρισμένον, καὶ ἡ λοιπὴ ἀπέραντος αἴθουσα εὑρίσκετο βυθισμένη εἰς τὸ σκότος μὲ σκιὰς ἀορίστους, μὲ ἔπιπλα ἀόριστα, μὲ μόνον φωσφορίζον σημεῖον, κομψὸν λαμπτῆρα μέλαινα μὲ ἠλαττωμένην πολύ τὴν φλόγα, σχεδὸν εσβεσμένον, ἀναδίδοντα φέγγη σελήνης παγερὰς καὶ ὁμιχλώδους, διὰ μέσου τῆς ἀδιαφανοῦς σφαίρας τοῦ.

Οἱ λεπτοὶ καὶ ἐπιμήκεις δάκτυλοι ἤγγισαν τὰ πλῆκτρα βραδέως καὶ ἐλαφρῶς κατ’ ἀρχάς.

Εἰς τοὺς πρώτους ἤχους, ἀποσπασθέντας μαλακοὺς καὶ παρατεταμένους, εσήκωσα τὴν κεφαλὴν ταραγμένος καὶ παρετήρησα τὴν μουσικήν. Ήτο τὸ ἀριστούργημα τοῦ Μπετόβεν, ἡ σονάτα εἰς ut diese mineur.

Αἱ πρώται συγχορδίαι μακραὶ καὶ πένθιμοι, μὲ ποίαν τινὰ χροιὰν μελαγχολίας ἀνέκφραστον, ἐκδηλουμένην δι’ ἤχων βαρέων, ἐμμόνων καὶ ἄλλων ὀξέων, παιγνιωδῶν διαδεχομένων ἀλλήλους, μοι ἐπροξένησαν φρικίασιν τινὰ ἐντεταμένην, ποίαν τινὰ συγκίνησιν ἀνεξήγητον, όσω καὶ βαθεῖαν, ἥτις μοῦ ετάραζε πολύ τὰ νεῦρα, μοῦ ἐπέφερε ἀγωνίαν τινὰ καὶ ταχύτητα τῆς ἀναπνοῆς. Καὶ ἠσθανόμην τὸ στῆθος μοῦ πιεζόμενον ἐκ τῶν ἔσωθεν καί τὸν ἀέρα εκλείποντα

Κραυγαὶ ἄλγους ἐξήρχοντο τώρα ἐκ τοῦ κλειδοκυμβάλου, ἀλλὰ κραυγαὶ ἄλγους ἠρέμου, πλήρους ἐγκαρτερήσεως λυπηράς, γλυκείαι ὡς λυγμοὶ κλαίοντος ἐραστοῦ, οἵτινες εἰσέδυον ανεκφράστως εἰς τὴν καρδίαν καί τὴν ἐβύθιζον εἰς ὄνειρον γλυκύ, εἰς ἐφιάλτην ἥσυχον.

Τὸ ἀρχικὸν θέμα, συνοδευόμενον ὑπὸ συγκεκομμένου ρυθμοῦ τῆς basse, περιοδικοῦ, κατήρχετο ἔπειτα εἰς βαρύτερον τόνον μὲ διαμελώδησιν ὡραίαν καὶ ευφυά, ἥτις ἐπὶ στιγμὴν ‘μ’ ἔκαμε νὰ δοκιμάσω χαρὰν αμιγή… Ἡ σύγχυσις μοῦ ἡ γλυκεία ἠκολούθει δουλικώς τῆς μουσικῆς φράσεως τὴν ἀνάπτυξιν, νωχελῆ καὶ βραδείαν καὶ λυπηράν, ὡς τὸ μοιρολόγιον τοῦ Γολγοθά… Ἔπειτα τὸ κλειδοκύμβαλον έσυρεν αἰφνιδίως μακρὰν κραυγὴν πόνου, βαθεῖαν, ἀπροσδόκητον, ἥτις διήλθεν ἐναλλὰξ ἀντιλαλοῦσα ἐπὶ ὅλων μοῦ τῶν νεύρων καὶ ἀφῆκε αὐτὰ πάλλοντα καὶ πληγωμένα.

Σπαρακτικαὶ κραυγαί, δυσαρμονία τῆς ἑβδόμης, θαυμασίως ἀποκρυπτόμεναι ὑπό τὰ ἄλλα κύματα τῆς ἁρμονίας, ‘μ’ ἐκράτησαν μετέωρον εἰς φρικίασιν ἐπώδυνον, ἐνῶ τὸ θέμα ἐξηκολούθει ἔπειτα πάλιν τὸν κανονικὸν ροῦν τοῦ μὲ  μελαγχολίαν πάντοτε βαθεῖαν, βαθυτάτην, ἀνήκουστον, μὲ παλλιροίας καὶ ἀμπώτιδας, ἐπιτεινόμενον βαθμηδὸν καὶ καταπῖπτον ἔπειτα χλιαρὸν καὶ κατευνάζον, ἐξαφανιζόμενον ὑπὸ διαμελωδήσεις ποικίλους καὶ ἀνακῦπτον πάλιν εἰς τὴν ἀρχικὴν χροιάν, λυπηρὰν πάντοτε καὶ πένθιμον.

Μετὰ μακρὸν καὶ ἄρρυθμον κλονισμὸν συγκινήσεως ἐβυθίσθην τώρα ἐξηντλημένος, λικνιζόμενος ὑπό τῶν δακρυβρέκτων τόνων, εἰς νάρκην βαθεῖαν καῖν τεταραγμένην, ὡς ἐφιάλτην, νάρκην μορφινομανοῦς, καὶ μοι ἐφαίνετο ὡς οἱ ἦχοι νὰ ἤρχοντο μακρόθεν, καὶ ἐξέπνεον πρό τῶν ὤτων μοῦ καὶ μετεδίδοντο εἰς τὸν ἐγκέφαλον μοῦ ὡς ὀπτικαὶ καὶ ὀσφραντικαὶ εἰκόνες.

Ὡσεὶ ἐν φαντασματοσκοπίω ανελίσσοντο τώρα πρό τῶν ὀφθαλμῶν μοῦ τοπία ἤρεμα καὶ πένθιμα, δύσεις ἠλίου πλήρεις πορτοκαλιοχρόου καὶ ἰώδους καὶ κροκοειδούς κιτρίνου, μὲ νέφη τραγικώς ἐρυθρὰ καὶ τελευταίας ἀκτῖνας ἠλίου εσβεσμένας καὶ παγεράς· καὶ ἀνατολαὶ σελήνης εξέρυθροι ὡς αἱματώδεις καὶ ὀπτασίαι ποταμῶν σιγαλώς κυλιόντων τὰ πράσινα, τὰ θολὰ νερά τῶν, στιλπνὰ καὶ γοργὰ ὡς σώματα ὄφεων μελανωπών.

Καὶ ὡς ἀτμόσφαιρα τῶν εἰκόνων, προσέβαλλε τὴν ὄσφρησιν παραδόξως απόπνοια βανίλλης ξεθυμασμένης καὶ ἴου καὶ ροδοδένδρου καὶ μύρρας, ὅλην επικρατουμένην ὑπὸ ἀορίστου αναθυμιάζεως βενζόης καὶ λιβάνου νεκρωσίμου.

Ὅλον μοῦ τὸ σῶμα ἐφαίνετο ἐλαφρωθὲν καὶ ἀναπτερούμενον πρός τὸν αἰθέρα, καὶ ἔβλεπον περιέργως ὡς ξένην καὶ μετὰ τινὸς οἴκτου καὶ περιφρονήσεως τὴν γυναῖκα ἐκείνην, τὴν ὁποίαν τόσον φρενιτιωδῶς ἠγάπων, καὶ τόσον βαθέως ἐμίσουν, τὴν τύραννον μοῦ ἐκείνην τὴν ἄπιστον, ἥτις διὰ μαγγανείας, διὰ γοητείας μυστηριώδους, μὲ συνεκράτει αρρήκτως καί μὲ κατέστρεφεν…
   Ὀλίγαι νόται ἀκανόνιστοι, βαθεῖαι, ἀσύνδετοι, ὡς προαγγέλλουσαι καταιγίδα, καὶ ἤρχισε τώρα τὸ allegretto τῆς σονάτας, παιγνιῶδες, πλῆρες ἠλεκτρισμοῦ καὶ ἀνησυχίας πυρετικῆς, καὶ ποιᾶς τινὸς χαρὰς τρελλής, χαρὰς μεγάλης, διακοπτομένης ὑπὸ ἐκρήξεων πικρίας καὶ χολῆς – εκδηλούν ὅλο τὸ πάθος τὸ ἀπελπιστικόν τοῦ μεγάλου συνθέτου, τοῦ ἀπαθανατίσαντος εἰς τὴν περιπαθῆ ταύτην σονάταν ὅλον τὸ πῦρ καί τὴν πικρίαν καί τοῦ περιγραφέντος ἔρωτος τοῦ, ὅλην τὴν ἀγανάκτησιν καί τὸ μῖσος τοῦ διά τὴν γυναῖκα.
    Καὶ ἐμὲ κατέλαβεν ἀγανάκτησις καὶ λύπη κατά τῆς γυναικὸς ἐκείνης τῆς ἱστορικῆς, ἥτις απέσπασεν ἐκ τοῦ στήθους τοῦ μεγάλου ἐκείνου μουσικοῦ τὸν ὕψιστον ἐκείνον γογγυσμόν τοῦ πάθους. Ἤθελα νὰ εἴπω τῆς Μύρρας νὰ κλείση τὸ κλειδοκύμβαλον, τὸ ὁποῖον τόσο μὲ συντάρασσεν, ἀλλὰ δὲν ὡμίλησα, δὲν ἐκινήθην. Ήτο μοιραίον…
   Ήρχιζεν ἤδη τὸ τελευταῖον μέρος τῆς σονάτας, καὶ ὡς πρὸς ἐπισημοποίησιν τῆς στιγμῆς ἐκείνης τῆς φοβεράς, τὸ μέγα ὡρολόγιον τῆς αἰθούσης ἔτριξε παραδόξως, ὡς ὅλα τοῦ τὰ ἐντόσθια νὰ συνεκλονίσθησαν καὶ εκτύπησεν ἔπειτα κλαυθμηρώς ὡς ἀγγεῖον ραγισμένον, μὲ διαστήματα ἀγωνιώδη καὶ παρατεταμένα, τὸ μεσονύκτιον.
   Τὰ πλῆκτρα ἔφριτταν τώρα ὑπό τὴν γοργήν, τὴν τεταραγμένην περιοδείαν τῶν δακτύλων, καὶ ἀνέδιδον ἤχους κλιματοείδείς, συνηνωμένους σχεδόν, ταχυτάτους,  τελευτώντας, σβεννυμένους εἰς μικρὰν παράτασιν ἀπότομον. Ἦσαν δάκρυα, δάκρυα φλογερά, ἀπολήγοντα εἰς σπασμόν, δάκρυα ἐγκαταλείψεως, δάκρυα λύσσης, συνοδευόμενα ὑπὸ κραυγῶν ἀπελπισίας, ὑπὸ φωνῶν ἐξεγέρσεως· παραφροσύνη ὁλόκληρος μανίας, κατάραι εξεμούμεναι ἀπὸ στόματος ψυχορραγοῦντος, φωναὶ διαμαρτυρίας ὑπερτάτης, συντριβόμεναι εἰς βαρείας μελωδίας θορυβώδεις. Ἔπειτα αἱ φωναί, αἱ ἀπελπισίαι, αἱ κατάραι, ἐξέλειπον βαθμηδόν, εσβέννυντο ὡς πνιγόμεναι εἰς τὴν ἰδίαν τῶν λύσσαν, καθησύχαζον ὀλίγον ὑπὸ πλημμύραν δακρύων καὶ ἐπανήρχοντο ἔπειτα μὲ νέας δυνάμεις, κορυφούμεναι εἰς πάταγον ἁρμονικόν, πλήρη πάθους σφοδροῦ, ὅστις ἀντήχει εἰς τὰ βάθη τῆς ψυχῆς μοῦ, εξυπνών τὰς μυχίας κοιμωμένας ἠχοῦς τῶν πενθιμωτέρων μοῦ ἀναμνήσεων.
   Κατελήφθην ὑπὸ ταραχῆς ὑψίστης καὶ διεγέρσεως τινὸς σχεδὸν παραφόρου, ὡς κατά τοὺς ἀραιοτάτους παροξυσμούς τῶν νευρικῶν κρίσεων τῶν πολυώρων, αἵτινες κατελάμβανον κάποτε τὰ ἀσθενικά μοῦ νεῦρα.
   Ὁ ὀξὺς ἐκεῖνος παραμερισμός τοῦ πάθους, ὅστις εξωγκούτο ὡς θάλασσα μανιώδης, συνετρίβετο εἰς μικρὰς ἀπείρους κραυγὰς ὀξείας καὶ ὡς καταρράκτης συντριβόμενος εἰς κατακλυσμὸν υδατοκόνεως, μὲ ἀνήγειρε τῆς καρώσεως ἐκείνης, εἰς ἥν μὲ εἶχον ρίψει αἱ λικνιστικαὶ συγχορδίαι τῆς ἀρχῆς καὶ ‘μ’ εβύθιζεν εἰς μανιώδη τώρα ὄνειρα, τεταραγμένα ὄνειρα μέθης, ὄνειρα χασισοπότου παράδοξα καὶ ὅλον μοῦ τὸ σῶμα ἐταράσσετο τώρα ἀνήσυχον, καὶ ἡ κεφαλή μοῦ ἔσφυζε, καὶ οἱ ὀφθαλμοί μοῦ συνεστρέφεντο εἰς χρώματα αἱματώδη.
   Εἰς τὸν μεγάλον ἐκείνον νευρικὸν υπερερεθισμόν ὅλη μοῦ ἡ μανία καί τὸ μῖσος κατά τῆς Μύρρας ἐπανῆλθε σφοδρότερον. Ἡ γυνὴ ἐκείνη μοι ἐφαίνετο ὡς ὄφις συχαμερά, ὅστις μὲ ἐκράτει δουλικώς διά τῆς μαγνητιστικής δυνάμεως τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ, ὡς Σειρὴν μυσαρὰ καὶ δολία, καὶ εξεγειρόμην τώρα κατ’ αὐτῆς περισσότερον, ἐρεθιζόμενος πάντοτε ὑπό τῶν στοναχών ἐκείνων τῆς μουσικῆς, ἔμπλεος λύσσης καὶ μανίας.
    Εἰς διακεκομμένην τινὰ συγχορδίαν ὀξείαν καὶ παράφορον, ἐνόμισα ὅτι παρεφρόνουν, ἡ καρδία μοῦ εφώναζεν ὡς ζητοῦσα ἐκδίκησιν, ὡσεί τὰ παλαιὰ μίση τὰ ἀταβιστικά, ὅλον τὸ ἀνθρώπινον κτῆνος ἐξηγείρετο· καὶ ἴλιγγος μὲ κατέλαβε καὶ οἱ μυῶνες μοῦ συνεσπάσθησαν καὶ ἡ χείρ μοῦ συνέτριβε πυρετωδῶς μετὰ λύσσης καί τὸ περίβλημα, τὸ ἁπαλόν, τῆς ἔδρας. Τὸν νοῦν μοῦ διέτρεχον καὶ επλημμύρουν μύρια σχέδια αἱματηρὰ καὶ τερατώδη, ἐπιτεινόμενα ὑπό τῆς μουσικῆς καταιγίδος καὶ λαμβάνοντα ἔντασιν παράδοξον, τὰ ὁποία μάτην απεδίωκον μετὰ φρίκης.
   Ἠσθανόμην ὅτι ἡ δύναμις, ἡ γοητεία ἥτις μὲ συνεκράτει αρρήκτως συνηνωμένον μετά τοῦ πλάσματος ἐκείνου, ήτο ἀκατανίκητος, καὶ ἤθελα νὰ σωθῶ, καὶ ήξευρα ὅτι δὲν ἠδυνάμην, ἐνόσω οἱ δύο ἐκεῖνοι ὀφθαλμοὶ καί τὰ ἐρυθρὰ χείλη τῆς μαγίσσης ὑπῆρχον διάθερμα, ἐκινοῦντο, καὶ ἔκτοτε ἤρχισα νὰ συζητῶ πλέον μετὰ περισσοτέρας ἐπιμονῆς τὰς φρικώδεις σκέψεις, αἵτινες μὲ ταλαιπωροῦν.
   Ἔβλεπον τὴν ἄβυσσον τοῦ ἐγκλήματος, ἥτις έχαινεν ἔμπροσθεν μοῦ καὶ ἐσυρόμην πρὸς αὐτὴν λεληθότως, ὡς ὠθούμενον ὑπὸ δυνάμεως ὑπερτάτης, ὡς ἡ βαθύτης αὐτῆς καί τὸ ἀπείρως φοβερὸν νά μὲ εἵλκυε περισσότερον.
   Ἡ Μύρρα έστρεψεν ἔπειτα μοιραίως τὸ μυσαρὸν πρόσωπον τῆς καί μὲ παρετήρησε γελῶσα, καὶ ἀντήχησε τώρα ὁ γέλως τῆς, καὶ ἀπεκαλύφθησαν οἱ ὀξεῖς ὡς εχίδνης ὀδόντες τῆς, ἐνῶ οἱ δάκτυλοι τῆς ἐξηκολούθουν τὰς ἰλιγγιώδεις ἁρμονίας, αἵτινες τὴν άφινον ἐκείνην παντελῶς ἀδιάφορον.
   Εἰς τὰ διατετριμμένα μέχρι ρήξεως νεῦρα μοῦ ἡ παραφορὰ καὶ ἡ λύσσα, καὶ ἡ ἰδέα τοῦ ἐγκλήματος ἐκορυφώθησαν. Ἡ λάμψις ἐκείνη ἡ ζωώδης τῶν ὀφθαλμῶν τῆς, καὶ ἡ ἀναισθησία τῆς μὲ κατέστησαν έκφρονα.
   Ἡ μουσικὴ καταιγὶς ἐξηκολούθει πάντοτε, πυρετώδης, διακεκομμένη, μὲ ἐξάρσεις νευρικάς, αποτόμους…
   Ὥρμησα έκφρων καὶ τὴν ἔδραξα ἐκ τοῦ λαιμοῦ διά τῶν δύο μοῦ χειρῶν, καί τὴν ἔσφιγγα, τὴν ἔσφιγγα μανιώδης, ἐνῶ διά τῶν ὀδόντων μοῦ έδακνον μετὰ λύσσης, ἀπέσπων τὴν ξάνθην τῆς κόμην· καὶ προσήγγιζον τὸ πρόσωπον μοῦ εἰς τὸ πρόσωπον τῆς, καὶ παρηκολούθουν μετ’ ἀνακουφίσεως ὑψίστης τὴν ἀγωνίαν τῆς, τοὺς ὀφθαλμούς, οἵτινες ἐξήρχοντο τῶν κογχῶν, μοῦ ἐπροξένουν διὰ πρώτην φορὰν ἀηδίαν, καί τὰ χείλη τῆς κυανὰ τώρα καὶ εξογκωμένα… καὶ ὅλου τοῦ προσώπου τῆς τὴν ἀγωνιώδη διαστροφὴν ἡ ὁποία μοι ἀπέδιδε τὴν ἐλευθερίαν, μὲ ἐλύτρωνε διὰ παντός…
   Καί τὴν ἔσφιγγα, τὴν ἔσφιγγα, ἐνόσω τὸ κλειδοκύμβαλον ἐξηκολούθει ‘ν’ ἀποδίδη τὴν φρίσσουσαν ἠχώ τοῦ, καὶ ἔπειτα, ὅταν καὶ ἐκεῖνο ἀπέθανε, τὴν ἀπώθησα μετὰ φρίκης, καὶ ἔφυγα μέ τὴν καρδίαν διαρρηγνυομένην ὑπό τῶν παλμῶν καί τὸ λογικόν μοῦ διαστραφὲν διὰ παντός!


ΤΟ ΦΙΛΙ ΤΟΥ ΣΑΤΥΡΟΥ – KISS OF THE SATYR

Perikles Giannopoulos (1871 – 1910)

FÉLICIEN ROPS HOMMAGE À PAN, gravé par A. Bertrand, Pellet éditeur, Paris, 1900.

(Στὴ ζωγραφιά τοῦ Ρωπς)

πρώτη δημοσίευση στο ερευνητικό άρθρο: Ντουνιά Χριστίνα (2016), Λογοτεχνία και ζωγραφική: η συνάντηση του Περικλή Γιαννόπουλου με τον Φελισιέν Ροπς. Στον τόμο: ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ ΜΕΤΡΙΚΑ, ΥΦΟΛΟΓΙΚΑ, ΚΡΙΤΙΚΑ, ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΙΚΑ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΤΜΗΜΑ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ • ΤΟΜΕΑΣ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΝΕΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ – ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2016

Το στοιχειωμένο δάσος ὁ ἥλιος πυρώνει, ἡ λαύρα ἀπ’ τὴ γῆ ἀνεβαίνει λαχτάρα, οἱ ἴσκιοι ζωντανεύουν, ξυπνοῦνε τα στοιχειά. – Ἦρθε μεσημέρι.

Πανώρια ἡ Λάμια, ἀπ’ τὸν ὕπνο ξεληθαργώνεται, τὸ δάσος ἁλωνίζει, σ’ τὰ δυνατά των κοιμισμένων βοσκῶν νεῦρα χύνεται ὄνειρο καφτερό. Ἀχόρταστη ἀπ’ τὸν ἕνα σ’ τὸν ἄλλον πετάει, κι’ ἡ διψασμένη τῆς ψυχή τῶν κοιμισμένων τὴ ζωὴ ῥουφάει σὲ φίλημα θανατικό. Καὶ πάει, ἀδρόσιστη, φρενιασμένη ἀπ’ τὴν ἀδάμαστη ἡδονή. 

Κάτου ἀπὸ γιγάντια σικυά ποὺ μονάχη τὸ στραβοδίβολο κορμό τῆς ξανοίγει, μέσα σ’ τὴν παχεῖα σκιὰ ποὺ κρατοῦνε τὰ φύλλα τῆς τὰ ὅμοια μὲ φάσκελα, κολώνα μισοστέκεται μαυρισμένη, Γέρο – Σατύρου βαστώντας καιροφαγωμένη προτομή. Ψηλά, σ’ τοῆ ἥλιου τὸ ἄναμμα, κοράκια, στρυφογυρίζουν γυαλίζουν καὶ κρώζουν. Χάμου, χαμηλὰ πρασινάδας πεθαμμός, καὶ σ’ τον ἴσκιο παχύ, το γελοῖο, ποὺ κρύβει τῆς αἰώνιας ἡδονῆς τὸ μυστικό. 

Μὲ χείλια ἀφρισμένα, ἡ Λάμια πανώρηα, σ’ τη μαρμαρένια κρεμάστηκε προτομή, σὲ στήθια ἀναμμένα σφιχτά το μάρμαρο ἔκλεισε, μέ τους χτύπους της καρδιᾶς της την πύρινη δέηση ἔκαμε, το μυστικὸ ζητώντας ἡδονῆς παντοτινής… Καὶ καρφωμένη σ’ τα νύχια, τα δόντια σφιχτά, το στόμα ἐκόλλησε σ’ το γέλιο το βαθύ. 

Ἀπ’ τη λαύρα τοῦ φιλιοῦ ζωντανεμένο, κουνήθηκε, ἔσκυψε, το μαρμαρένιο κεφάλι, μὲ στόμα ὡς τ’ αὐτιὰ ἀνοιχτό, καὶ ‘μ’ ἄφωνο γέλιο Θεοῦ τρομερό, φίλησε το ἀφρισμένο στόμα. 

Τρέμει καὶ καίεται. Το κορμί τῆς μανιώνει ἡ δύναμη του Θεοῦ, σ’ τὴν ψυχή της ξανανοίγει Παράδεισος τρομερός, τὰ μάτια τῆς ξαστράφτουν μαγεμμένα… Δέντρα φύλλα κλαδιὰ λουλούδια, ηλιασμένες κι’ ισκιωμένες μεριές, ὅλα πλουμισμένα μὲ μάτια – ‘μ’ ὅλα τὰ μάτια ποὺ σβυσε μὲ φιλιὰ  – αστρόφωτα, τὸ τρελαμένο της κορμὶ σαϊτεύουν ‘μ’ ἡδονή….. καὶ κάθε κλώνου λίγωμα, κάθε πεθαμένου φύλου χάιδεμα, κάθε χορταριοῦ ἀνάδεμα, κάθε φωνὴ καὶ κάθε χρῶμα, το δάσος ὅλο κι’ ὅλος ὁ ἀέρας μαζί μέ τὸν οὐρανό, γεννώντας σ’ τὸ κορμί τῆς ἡδονὴ ‘μ’ ἄφαντα φιλιά της πίνουν την ψυχή. 

Λιποθυμισμένη τώρα σ’ την πρασινάδα πού τὴν φιλεῖ μὲ βελονιές, καταχωνιασμένη ἀπ’ τὴν ἄπειρη ἡδονὴ ποὺ βαθεῖα δὲν περονιάζει τώρα σ’ τὰ κόκκαλα, νοιώθει τὸ αἷμα της νὰ ξεθυμαίνη μὲ πόνο, τὴν ψυχή της νὰ σώνεται ἀπ’ τὴν ἄσπλαχνη γλύκα μὲ πρόσωπο σπαραχτικὰ γελαστό. Τὰ μάτια τῆς ξεψυχισμένα ὁλάνοιχτα, σ’ το ἀφάνταστο σπασμὸ – σ’ τὸν τελευταῖο του κορμιοῦ κορδακισμό – λάγνα σκιάχτρα στρίβουν σ’ τὸν ἥλιο τὶς λάγνες του ρουφώντας φωτιές, πεθαμένα ἀχόρταστα. 

Σ’ τὸν οὐρανὸ φωτιά. Σ’ τὸ στοιχειωμένο δάσος ἀποκαμωμένη λαμπράδα. Σ’ τὸ κεραυνωμένο τῆς Λάμιας κορμί, κοντὰ σ’ το γέλιο τοῦ προσώπου τὸ τραγικό, τὰ δύο μάτια θεάνοιχτα ‘μ’ ἀστραφτερὴ γιαλάδα. Κάτου ἀπ’ τὸν κομπιασμένο τῆς σικυᾶς κορμό, ἀπὸ τὰ φύλλα τὰ ὅμοια μὲ φάσκελα, στὸ γέλιο τοῦ Γέρο – Σατύρου τὸ Σατανικὸ, στὰ μαυρισμένα καὶ μαρμαρένια χείλια του, λάμπει ἀκόμα μιὰ στάλα ἀπὸ τ’ ἀφρισμένο φίλημα. 

ΛΩΤΟΣ «Ἡμερολόγιον Ποδογύρου», 1896, σελ. 57-59

In the haunted forest, the sun is firing the forest, the fire, burning, is rising from the earth longing, the shadows are coming to life, the ghosts are waking up. – It’s noon.

Lamia the all beautiful, she wakes up from her sleep, threshes the forest, on the dormant shepherds’ strong nerves she pours a burning dream. Unsatisfied, lustful, she flies from one to the other, and her thirsty soul, the life of those asleep, she sucks into a kiss of death. And she goes, ruthless, furious with the indomitable pleasure / hedonistic .

Under a giant fig tree that alone, its crooked doubleroaded trunk reopens, in the thick shadow that keeps its leaves like an open palm, a column is half-standing, blackened, of an Old- Satyr, bearing a time-consumed bust. High, in the lighting of the sun, crows, turn around, shine and crack. Down, low greens’ death, and in the shadow of thick, laughter, that hides the secret of eternal pleasure.

With lips of froth, Lamia the all beautiful, on the bust she hung on the bust of marble, the marble she tightly closed among her breasts, with the beating of her heart she made the fiery prayer, the secret asking of eternal pleasure …παν And nailed on her nails, her tight teeth , her mouth stuck on the deep laughter.

From the burning of the kiss alive, he moved, he bent down, the marble head, with his mouth as open up to his ears, and with a dumb voiceless terrible laughter of a God, he kissed her foamy mouth.

She’s trembling and she burns. Her body is enraged, manic by the power of God, in her soul reopens the terrible Paradise, her eyes sparkle enchanted… Trees leaves branches flowers, sunny and shaded places, all enriched with eyes – with all the eyes that she faded away with her kisses – starlightnings, her mad body they shoot with arrow of pleasure… .. and every branch’s lust, the lust of every clone, every caress of a dead leave, every weed’s swirling, every voice and every color, the whole of the forest and all the air together with the sky, giving birth of pleasure to her body with invisible kisses they drink her soul.  

Fainted now in the greenery that kisses her with stitches, buried inside from infinite pleasure that now deeply does not bite in her bones, she feels her blood soothe with pain, her soul being saved from the ruthless sweetness with a tearful face smiling. Her eyes open wide open, with no soul, in an unimaginable spasm – in the last licentious dirty dancing of her body – lustful scarecrows turn in the sun sucking his lustful fires, dead insatiably.

Fire in the sky. In the haunted forest, a bright weary glow. In the lighted body of Lamia, near the tragic laughter of the face, the two eyes divinely wide open with a shining luster. Below the compressed, nervous trunk of the fig tree, from the leaves that look like open palms, in the laughter of the Old – Satyr the Satanic, on his blackened and marble lips, shines another drop from the foamy kiss.

Translation: Ilias Kolokouris (2020)


ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΕΡΟΣ… ΤΟΥ ΑΤΤΙΚΟΥ ΑΕΡΟΣ ΛΟΓΙΑ…

Θ. Θάνατος

Ανήμερα του Αγίου Περικλέους του Μάρτυρος εκ των Τεσσαράκοντα, 10 Απριλίου 1910, ευρέθη νεκρός (;) ο Περικλής Γιαννόπουλος.
Μεγάλη Πέμπτη, ωστόσο, είχαν γίνει τα μαγικά:
eam Thessaliam ex negotio petebam.

Scripta Manent, Verba Volant

ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΕΡΟΣ…

ΤΟΥ ΑΤΤΙΚΟΥ ΑΕΡΟΣ ΛΟΓΙΑ….

Ἀλήθεια εἶνε Λόγια τοῦ Ἀέρος… τοῦ Ἀττικοῦ Ἀέρος Λόγια… Τῶν Ῥοδίνων Ἀέρων τῆς Αὐγῆς, τῶν Μενεξεδένιων Ἀέρων τῆς Δύσεως. Δὲν τὰ λέω ἐγώ… Καθισμένα ἐλαφρότατα αἴρονται μόνα των, αἰωροῦνται εἰς τὸν Ἀέρα καὶ σὰν ἄρωμα πλέουν εἰς τὸ Φῶς – τὸ θυμαρόεν Φῶς. Χρυσοῦν στάχυ παῖζον εἰς τὸν ὦμον καφεοροδίνου βράχου, γράφει μὲ τὸ χρυσόν του δάκτυλον, εἰς τὸν σμαράγδινον οὐρανόν, ποιήματα τρελλότατα. Εἰς τὰ κολπούμενα πλάγια λόφου μακρυνοῦ, φαίνεται ἀναπαυομένη ὡραία Νύμφη, λέγουσα τὰ ὄνειρά της εἰς τα φῶτα. Ἀπὸ τὴν λιγυρὰν γραμμὴν λόφου ἄλλου, ἀφίπταται σὰν πτερωτὴ Νίκη, ἔρχεται, ἔρχεται ὅλη χαρά, νεοτάτη, ὡραία Ἰδέα. Ἀπὸ ἀργυροκλίνοντα κλῶνον ἐλαίας, τρυφερότατον ἀποκρεμᾶται αἴσθημα, ὅπως πίπτουν τῶν ἀνθισμένων δένδρων, τὰ πέταλα τῶν ἀνθέων. Ἀπὸ γυρμένων ἀκτίνων πεύκου, πίπτει βροχὴ ἀκτίνων ἄλλη, φωτοραίνουσα ἡδονικώτατα τὴν ψυχὴν. Ἀπὸ ἀναπνοὴν κύματος ἱοθωπεύτου ἀκτῆς, ἀμβρόσιον ἐκπνέεται συναίσθημα. Καὶ ἀπὸ τὸν χορὸν τῶν ὀρεινῶν κορυφοσειρῶν, ποῦ στεφανώνουν τὸ οὐράνιον Ἄστυ, ἐπουρανία ἐκπορεύεται μελῳδία. Δὲν τὰ λέγω ἐγώ… Καθισμένα εἰς τὸν ἀέρα, αἴρονται μόνα των, μόνα των ἔρχονται τὰ Λόγια τοῦ Ἀέρος καὶ θωπεύουν τὰ αἰσθητήρια τοῦ ἐφήμερου διαβάτου τῆς Ζωῆς.

Truth is, what is spoken, flies. Words they are of the Wind… Of the Attic Wind. Of the Rosy Airs of Dawn, of the the Violet Airs of the Dusk… I do not say these… Sitting smoothly the rise on their own, they float on the air and like an aroma they waft to the Light – the Light of Thyme. Golden cob playing on the shoulder of a brownred rock, writing with its golden finger, up on the skies of emerald, poems of insanity. In the engulfed slopes of a faraway hill, you can see a resting Nymph, narrating her dreams to the lights. From the clear line of another hill, flapping away like a winged Nike, she is coming, in joy, young, a beautiful Idea. From the declining branch of an olive tree, tender feeling is swining, same as the pedals of flowers from blossomed trees fall. From the declining beams of the pine tree, another rain of rays is falling, sprinkling sensuously the light on the soul. From the breath of a wave on a shore that is carressed by the violets (ἱοθωπεύτου ἀκτῆς) ambrosiac, immortal feeling is pouring. And from the dance of the mountainous peak line, that are crowning the City of Skies, a heavenly melody is marching ahead. I do not say these. Sitting in the skies, they are risen on their own, alone they come, the Words of the Wind and they caress the senses of the ephemeral flaneur of Life.

Ἐλαφρά, αἰθέρια, μὲ τὰ χρωματιστά των φορέματα καὶ τὰς μουσικάς των γραμμάς, ἀεροποροῦν εἰς τὸν Ἀέρα, μέ μαλακότατον ταξιδεύουν ῥυθμόν. Ἄλλοτε ἔρχονται σαν ἴα · ἄλλοτε σὰν τριαντάφυλλα, προσφερόμενα ἀπὸ ὡραῖον χέρι · ἄλλοτε σὰν κρίνοι, κρίνοι χωρὶς ἄγγελον, φέροντες Εὐαγγέλια Χαρᾶς. Καὶ ἐνίοτε ἔρχονται καὶ περικάθηνται γύρων τῶν κροτάφων, σὰν πράσινα στεφάνια κισσοῦ · ἐνίοτε σὰν ἀργυρόχροα Στεφάνια ἐλαίας. Κάποτε ζητοῦν, ψαύουν, θροοῦν, ψιθυρίζουν, σαν χείλη · καὶ κάποτε καίουν, σὰν φιλήματα. Ὤ ναι! σὰν Ἀφροδίσεια βίσινα χείλη, φιλοῦν τὰς αἰσθήσεις μεθυστικώτατα τὰ ὡραῖα Λόγια. Λόγια τῶν Ῥοδίνων Ἀέρων τῆς Αὐγῆς, τῶν Μενεξεδένιων Ἀέρων τῆς Δύσεως. Ἀλήθεια δὲν τα λέγω ἐγώ. Ἀλήθεια εἶνε… Λόγια τοῦ Ἀέρος… τοῦ Ἀττικοῦ Ἀέρος Λόγια…

Isadora Duncan

1.Εἰς ἕνα μέρος τοῦ Ἐλαιῶνος, τοῦ ἱεροῦ Ἐλαιῶνος, ποῦ ἔχει ἀκόμη ἐλαίας τοῦ ὡραίου καιροῦ, εἰς ἀγρὸν φυλαγμένον ἀπὸ τὰ ἀργυρᾶ του φύλλα, ἀγρὸν φουντωμένον ἀπὸ κλήματα νέα, ἕνας νέος, ξανθὸς νέος, κύπτει σκάπτων, εἰς τὴν ἱερὰν τῆς πρωΐας σιγήν.

Καὶ ὁ μόνος κρότος τῆς ἀξίνης, ὁ χανόμενος εἰς τὸ ξανθοπράσιον κῦμα τῶν κλημάτων καὶ τὸ ἀργυροῦν ἁβροσάλευμα τῶν ἐλαιῶν, λαλεῖ ῥυθμικά καὶ λέγει:

Light, aethereal, with their colourful dresses and their musical lines, their they airflow in the Air, with a soft rhythm they travel. Once they come like violets; whilom they come as roses, offered from a beautiful hand ; whilome they come like lilies, lilies without an angel, bearing Gospels of Joy. And sometimes, they come and circle around the temples, as green crowns of ivy; some times as silvercoloured Crowns of olive. Every now and then, they ask, they touch gently, they rustle and they whisper, as lips; and every now and then, they burn, like kisses. Oh yes! Like Aphrodisial sour cherry lips, they kiss the senses in the most entoxicating manner those beautiful Words. Words of the Rosal Winds of East, of the Violet Winds of the West . I really do not say these words. They really are Words of the Wind… of The Attic Wind the Words…

1. In a part of the Olive Grove, the holy Olive Grove that still hase the olive trees of the beautiful times, on a meadow kept safe from it silver leaves, a meadow blooming with new grapevines, a young, blong man, leans, digging, in the sacred silence of the morning.

And only the clash of the pickaxe, lost within the blondegreen wave of the grapevines and the silver courteous move of the olive trees, sing rhythmically and says:

Ὄργωνε, ὄργωνε, σκάπτε καὶ δούλευε, ὅλην τὴν ὥραν, χωρὶς ἀρχήν, χωρὶς τελειωμόν, χωρὶς νὰ πάρῃς ποτὲ ἀνασασμόν. Ὄργωνε, ὄργωνε, σκάπτε καὶ δούλευε τὴν ἄμπελον ποῦ σοῦ ἔδωκεν ὁ Κύριος, τὴν χρυσοφωτισμένην Ἄμπελον τῆς Ψυχῆς, ποῦ δίδει τὸ μεθυστικὸν τοῦ Ὡραίου ποτόν. Ἐντὸς ὀλίγου θὰ περάσῃ ὁ Κύριος τῆς Ἀμπέλου κουρασμένος, καὶ πρέπει νὰ ἔχῃς χρυσοφώτεινα φύλλα διὰ νὰ στεφανώσῃ τὰ νυκτόχροα μαλλιά του, καὶ πρέπει νὰ ἔχῃς ὡραῖα σταφύλια διὰ νὰ δροσίσῃ τὰ ῥοδόχροα χείλη του.
Ὄργωνε, ὄργωνε, σκάπτε καὶ δούλευε, χωρὶς ἀρχήν, χωρὶς τελειωμόν, χωρὶς νὰ πάρῃς ποτὲ ἀνασασμόν. Ἑντὸς ὀλίγου θὰ περάσῃ ὁ Κύριος, ὁ Ἀπολλώνειος Κύριος – Ο ΘΑΝΑΤΟΣ.

Plow, plow, dig and work, all the time, no beginning, no ending, without ever taking time to breathe. Plow, plow, dig and work the vine that the Lord has given to you, the golden lighted Vine of the Soul, that gives out the entoxicating drink of Beauty. In a while, the Lord of the Vine shall pass tired, and you must have golden bright leaves to crown his nightly coloured hair, and you must have good grapes to cool his rosecoloured lips. Plow, plow, dig and work, no beginning, no ending, without ever taking time to breathe. In a while, the Lord, the Apollonian Lord shall pass, – DEATH.

2. Πλησίον τῆς θύρας τοῦ Ἐρεχθείου περνῶ ὥρας ὡρῶν, καὶ ὅπου γυρίσουν τὰ μάτια, εἰς τὸν Ἐλαιῶνα, εἰς τὰ πλάγια τῶν καφεοροδίνων λόφων, εἰς τὰ πλάγια τοῦ Πεντελικοῦ, ἢ τοῦ Πάρνηθος,ἢ τοῦ Αἰγάλεω, ἢ τοῦ Κορυδαλοῦ, τὰ μάτια μένουν μαγευμένα, καὶ ἕνα πάντα συναίσθημα πλημμυρίζει τὴν ζωήν.

Σὰν μία μουσικὴ νὰ ἔπαιζε παντοῦ, ᾆσμα χαρᾶς ἡδυτάτης καὶ λύπης ἀκροτάτης, σὰν μία ὀρχήστρα νὰ ἔπαιζεν ἐκεῖ καὶ νὰ μὴ ἔφθανεν ἦχος ἕως ἐδῶ, ἀλλὰ δόνησις αἰθέρος ἄηχος, νὰ ἔφθανε μόνον ἕως ἐδῶ καὶ να ἔπαλλε μουσικώτατα τὴν ψυχήν.

Τί θαυμασία ποῦ εἶνε ἡ ζωή ! τί θαυμασία ἡ αἴσθησις τοῦ νέου Σώματος εἰς τὸν ἡδονικὸν Ἀέρα ! πῶς αισθάνεται θαυμάσια εἰς τὸ κυανορόδινον φῶς καὶ ποθεῖ, ποθεῖ, ποθεῖ τὸ κάλλος ! τὸ ἐξωτερικὸν κάλλος τὸ ζωγραφιζόμενον ἐντός του μὲ φιλήματα μουσικά.

2. Πλησίον τῆς θύρας τοῦ Ἐρεχθείου περνῶ ὥρας ὡρῶν, καὶ ὅπου γυρίσουν τὰ μάτια, εἰς τὸν Ἐλαιῶνα, εἰς τὰ πλάγια τῶν καφεοροδίνων λόφων, εἰς τὰ πλάγια τοῦ Πεντελικοῦ, ἢ τοῦ Πάρνηθος,ἢ τοῦ Αἰγάλεω, ἢ τοῦ Κορυδαλοῦ, τὰ μάτια μένουν μαγευμένα, καὶ ἕνα πάντα συναίσθημα πλημμυρίζει τὴν ζωήν.

2. Close to the gate of the Erechteion I pass hours upon hours, and wherever my eyes turn, in the Olive Grove, on the slopes of the brownred hills, on the sides of Mount Pentelikon, or on Parnes, or Egaleon, or Korydallus, eyes remain enchanted, and one sentiment, always, floods life.

As if a music was playing everywhere, a song of sweet joy and extreme sorrow, like an orchestra playing out there and it sound never reaching here, but the vibration, the soundless vibration of the aethereal reaching here and musically vibrating the soul.

How wondrous is life ! What miraculous is the feeling of the new Body in the hedonistic Air ! How wonderful in the cyanrose light the Body feels, and desires, desires, desires the beauty! The superficial beauty painted inside of it with musical kisses.

Πλησίον τῆς θύρας τοῦ Ἐρεχθείου, περνῶ  ὥρας ὡρῶν, κρατημένος ἐκεῖ εἰς τὸν Ἐαρινὸν Ἀέρα, χωρὶς νὰ διανοοῦμαι οὐδέν, αἰσθανόμενος μόνον τὸ Σῶμα νὰ ζῇ, νὰ διαμένῃ μακάριον.

Καὶ κάποτε, σὰν ἕνας πόθος ἀόριστος καὶ φευγαλέος, περνᾷ εἰς τὸ κυανοῦν καὶ αἰθέριον μέθυ τοῦ γλυκοῦ Ἀέρος · περνᾷ, μόνος πόθος ἀόριστος καὶ φευγαλέος, περνᾷ καὶ ἀναπερνᾷ και περιγυρίζει, ὅπως ἡ σκιὰ τῶν πουλιῶν εἰς τὸ φωτισμένον χῶμα : νὰ ἥμουν Ἔφηβος Φειδίου Μαρμάρινος, νὰ βλέπω αἰῶνας αἰώνων τὸ Ἀττικὸν Φῶς.

Close to the gate of the Erechteion I pass hours upon hours, holding myself up there in the Spring Air, without thinking of anything, feeling only the Body live, remaining blissful.

And sometimes, like a vague desire fleeting, passes in the cyan and aethereal drunkedness of the sweet Air; passes, alone a desire vague and fleeting, passes and comes back again and circles, like the shadow of the birds that fly on the enlightened earth; as if I were an Ephebe of Pheidias, Marble, watching eons upon eons the Attic Light.

3. Ἐδῶ, ἐδῶ, εἰς τὸν Ἀττικὸν Ἀέρα, πλέει ὅλη ἡ Σοφία, γεννᾶται καὶ ἐνθουσιάζει ὁ πόθος τῶν Τελείων Καλλονῶν. Ἐδῶ, ἐδῶ ἐπάνω εἰς τὰ Παλάτια τοῦ Ὡραίου, Νίκης, Ἐρεχθέως, Ἀθηνᾶς, τοὺς Θείους Οἴκους, ὁ θειότερος τοῦ κόσμου Ἀὴρ ἐκδύει τὴν ψυχήν, ὅλων τῶν χυδαίων φορεμάτων, ἐνδύει καὶ κοσμεῖ αὐτήν, δι᾽ ὅλων τῶν βασιλείων ἐνδυμάτων.

Ἐδῶ, ἐδῶ ἐπάνω, εἰς τῶν παγκάλων Ἱερῶν τὸ θεῖον θέαμα, εἰς τοῦ θείου Ἐρεχθείου τὰ πρόθυρα, ὅπου οἱ λευκοφόροι ἱερεῖς τοῦ ὡραίου καιροῦ ἐρέμβαζον μὲ τὰ θεῖα, διαμένω ὥρας ὡρῶν, μακαρίως λησμονῶν τὴν ταπεινῆν ζωήν, μὲ ἄφωνον ἔκστασιν ἀκούων τὸ Νέον μου Σῶμα νὰ ὑμνῇ ἀφώνως, τὸν Θεὸ τοῦ Ὡραίου.

Ἀπὸ τὸν Ἐλαιῶνα, ἀπό τὰς μελῳδούσᾳς γραμμὰς τῶν Ὁρέων, ἀπὸ τὰ ἀδειανὰ ἄδυτα τῶν Ναῶν, ἀπὸ κάθε μαρμαρίνην φαεινὴν χορδήν, αἱ εἰκόνες, αἱ ἰδέαι, τὰ ἄνθη, τὰ ἀρώματα, ἐκπορεύονται, ἔρχονται, ἔρχονται ἀπὸ παντοῦ σὰν ἀνοιγμένα χείλη, τὰ ὡραῖα συναισθήματα, οἱ ὡραῖοι πόθοι, τὰ ὡραῖα Λόγια τοῦ Ἀττικοῦ Ἀέρος. Ἔρχονται καὶ θωπεύουν καὶ στολίζουν τὴν ψυχὴν καὶ τὴν φιλοῦν, μὲ τὸν διάπυρον πόθον νὰ τὴν κάμουν Ὡραίαν. Καὶ ἡ Ψυχὴ εὐφραίνεται καὶ μεθᾷ, σὰν Νύμφη ὑπὸ παρθένων στολιζομένη διὰ συνουσίαν μὲ Ὡραῖον Θεόν.

Ἄχ ! τί παραδίσειαι εἶνε αἱ Ὧραι ἐδῶ, ἐδῶ ἐπάνω, εἰς τοῦ θείου Ἐρεχθείου τὰ γαμήλια πρόθυρα. Ἐνίοτε αἰσθάνομαι ἐπὶ τῶν νώτων μαλακὸν πλοῦτον πορφῦρας, καὶ εἰς τὴν κεφαλὴν λαμποβολὴν διαδήματος. Ἐνίοτε τὸ Σῶμα προσκλίνει ἀκούσια ἀπὸ τῶν βαθμίδων, διὰ νὰ δεχθῇ τὰ ἁβρότατα χαρίσματα, ὅπως Βασιλεὺς ἀπὸ Θρόνον δεχόμενος δῶρα. Ἐνίοτε τὸ Σῶμα ὑποκλίνεται μὲ εὐλάβειαν εἰς ὡραῖον ἄγγελον φέροντα κρίνον · καὶ ἐνίοτε μοῦ φαίνεται ὅτι, σὰν ἀπὸ Ὡραίαν Πύλην Ναοῦ, μὲ ἀργυρόμαλλον νεότητα Ὄντος Ἀθανάτου, τείνω ῥοδίνην εὐδαιμονίαν χειλέων, πρὸς ἅγιον φίλημα Ὡραίας Θεότητος.

Θ. ΘΑΝΑΤΟΣ

3. Here, here, in the Attic Air, floats all Wisdom, is born and excites, amuses the desire of Perfect Beauties. Here, here up on the Palaces of Beauty, Victory, Erechtheus, Athena, the Holy Houses, the most divine Air of the cosmos strips off/ undresses the soul, of all the vulgar dresses, attires and beautifies the soul, with clothes of all kingdoms.

Here, here, up here, in the all good Sanctuaries the divine view, in the divine Erechtheion the propylon, where the white dressed priests of beautiful time were daydreaming with the divine, I remain, hours upon hours, blissfully forgetting the humble life, with a voiceless ecstasis listening to my New Body praising aphonically, soundless, the God of Beauty.

From the Olive Grove, from the melodic lines of the Mountains, from the empty Adyton of the Temples, from every marble lightning string, the images, the ideas, the flowers, the aromas, they arrive, they come out, they come from everywhere, like open lips, the beautiful sentiments, the beautiful desires, the beautiful Words of the Attic Air. They come and they caress and they ornament the soul and they kiss it with a burning desire to make her Beautiful. And the Soul rejoices and gets drunk, like a Nymph decorated by virgins, for the intercourse with a Beautiful God.

Oh! How heavenly are the Hours here, here, up here, up on the divine Erechteion the marital/ bridal gates. Sometimes I feel up on my rear a soft wealth of Tyrrean purple, and on the head the bright shining of a diadem. Sometimes the Body leans unwillingly from the degrees, to receive the courteous charismas, like a King from a Throne, accepting gifts,. Sometimes the Body inclines, bows with piety to a beautiful angel bearing a lily; and sometimes it seems to me that, as if from a Beautiful Gate of a Temple, with the Silverhaired youth of an Immortal Creature, I extend a bliss of lips towards the sacred kiss of a Beautiful Deity.

Θ. ΘΑΝΑΤΟΣ – D. DEATH.
Translation: Ilias Kolokouris


Παράξενες Νύχτες στην Ακρόπολη — Weird nights on the Acropolis

Ilias Kolokouris, PhD Candidate, University of Athens

And suddenly everyone’s lives had changed in the most unexpected manner. Forever? Who knows. Let’s hope just for the time being. Things take for granted were now expectations or wishes. Liberties, like walking down the street or staring at the waves of the open mediterranean sea, down in Pirea, were limited, if not banned. Weird days and nights at the Acropolis, bringing in mind the novel of Nobel Prize Laureate, Georgios Seferis Six Nights on The Acropolis.

In the novel, we read through a mystical saga of sexual liberty and maturation, that is played out in the streets, tavernas and brothels of Athens. Athens, which, in the novel is packed with poor refugees from the Asia Minor Catastrophe of 1922. Similar surreal nights seem to have occurred in Greece amidst the outbreak of the Pandemic. Today, Athens is packed with refugees again; but brothels as well as tavernas have all been shut down, because of the Pandemic of CoronaVirus 19. “Ζούμε ιστορικές στιγμές” a friend said, from New York. We do, indeed, live in historical moments. This Spring shall be a Milestone for generations that will come after the Pandemic.

Πάνω Κάτω η Πατησίων ;

But first, let us think about the word Pandemic. Pan — derives from πᾶν + δῆμος πάνδημος is derived from παν- (pan-, prefix meaning ‘all, every’) + δῆμος (dêmos, “the common people;”). The Athenians had connected Aphrodite Pandemos with their legendary unifying hero Theseus and sought her blessings in uniting the people of Athens politically and socially. Aphrodite Pandemos was also linked with Peitho, the personification persuasion. The two cults of Pandemos Aphrodite and Peitho had been established by Theseus after unifying the cities of Attica. According to Harpocration, who quotes Apollodorus,Aphrodite Pandemos has very old origins, “the title Pandemos was given to the goddess established in the neighborhood of the Old Agora because all the Demos (people) gathered there of old in their assemblies which they called agorai.”1

And where is Aphrodite Pandemos?

So let’s think, can we call the Pan-demic really a “pan” demos disease? Of EVERY-one? Legally, we definitely should. Probably earlier than now. Alas, linguistically, if we decide to call CoronaVirus-19 a “pandemic”, then we are all doomed. And are we? We cannot foresee the future. Let’s hope not and pray, those who believe, as well as follow the state rules.

No ouzo at the tavernas for today

The weird nights at the Acropolis occurred after the closure, on Friday the 13th, of all museums and archaeological sites, including the entire Acropolis, the Theatre of Dionysus, at least until the end of the month March. The Ministry of culture made the announcement, at first giving hope. The initial announcement was that “non open air archaeolgical sites shall close and museum visits shall be limited”. On March 12th. Then, shopping mall, cafes, hairdressers, everything was shut down as Greece had 117 confirmed cases and one (then, now up to 5) fatal cases.

The image of the empty Sacred Rock of Athena on these sunny spring days does look strange to everyone. Weird. Nonetheless, considering the current situation globally, it gives hope for survival. We will stay healthy and visit the Sacred Rock not scared, but happy and safe.

A group, probably the last student group for this spring season to travel the archaeological sites of Greece for 2020, visited the Acropolis last Friday. The site was merely crowded, very few were visiting, mostly families. Then, upon return at their hotel, one of the students got severely entoxicated and burst into a psychotic episode. Apparently, the use of ouzo has not been made clear as an apperitivo, an appetizer that you sip one glass of. After harassing fellow students near the empty Monastiraki Square, the student was kept in his room under strict surveillance from his dedicated supervisors and teaching assistants overnight. The student safely returned home, back to the US, not adding a bigger fatal problem to his fellow students. Had the full moon affected his mental health? Or general coronavirus pressure? The full moon, probably not, because it took place many nights before the incident.

Monastiraki Square, masked

But concern has increased with the shutting down of the archaeological sites amidst the greek economists. Besides the fact that the Roman Agora or the Theatre of Dionysus look dystopian when found so empty, some locals have different opinion. Soula, 59, local of Thission area, right across the Athenian Agora, argues in another manner “I prefer it now, as is; empty! People are just marching through in swarms, causing loud noise. This is a beautiful neighborhood and we have lost our peace over the last years with the huge tourism wave! We need to live in harmony and balance!”

Though this aspect might be true, the economy of Greece has had a massively negative impact with all the tours cancellations or rescheduling. The state has announced that there will be great fund for those whose jobs are at risk, but it is common knowledge that many work undeclared and were only waiting for the summer season to make a living for the whole year. Last year, more than 33 million visitors visited Greece. Unfortunately, though fertile the land, the locals seem to be not given the chance to grow their own goods, thus leaving tourism as the single alternative for an economy on the prowl from the shark markets. The markets, of course, are affected by all the massive cancellations. And this will, eventually, affect the locals. Will it make them turn to agriculture? But if you have no property and live in a modern city like Athens, how can you turn to agriculture?

In the meantime, the Hellenic Olympic Committee on Friday the 13th, too, made a public announcement suspending the rest of the Olympic Torch relay, because of fears for the spread of the Coronavirus. The Olympic Flame, not ancient custom, but a tradition started in 1928 in Amsterdam, became a Relay at the Berlin Olympics of 1936, which were, indeed organized by the Nazis.

“Therefore we do not need such a tradition! This country resisted Nazism! And also the whole dress up ceremony is absolutely kitch ! ” local of Olympia, Eleni, argues. This may be true for some, but the symbol of the Olympic Flame has been disconnected from the Nazi regime and the time it had Greece under occupation. At least, there was a progressive first in this 2020 Olympic Torch Relay, in the Archaeological Site of Olympia. Only about 100 visitors were allowed in the ceremony, including the Former President of Greece, Prokopios Pavlopoulos, who was given an award by the International Olympic Committee. The First of the Ceremony was the historic moment of a female athlete being the first torchbearer. Quite late, one could say, but at least Anna Korakaki, who has honoured the Greek flag started off the brief relay, to be followed by Ekaterina Stefanidi.

Lonely Karyatids in Athens

Afterwards, the brave Scotsman, Gerard Butler who played Leonidas in the legendary movie 300 had the courage to carry the light of the Olympic Flame into the modern city of Sparta. So far, only one case of Coronavirus has been reported from Sparta. Let’s hope the brave Leonidas shall not be affected as much as the greek economy.

This is Sparta!

Shops, bars and restaurants have all been shut down, due to the fear of the Coronavirus. The Crown above our heads, like the Sword of Damocles. Even though one could say we do not have that much power overall, unlike Damocles.

Culture Minister Lina Mendoni on Friday announced the closure of museums and archaeological sites across the country. Staff for the archaeological sites still continue to go to work, as minster Mendoni announced, to keep the archaeological sites safe. The health ministry has also put out an urgent call for an additional 2,000 medical staff, even though before the Coronavirus crisis there have occurred cut downs on public healthcare. The closures will last until March 30, as we know until now. On the other hand, epidimiologists argue that COVID-19 has not broken out fully in Greece, because of the good weather. But it is true that facts from myths, truth from fiction, made up stories from reality have been hard to decipher lately. One could bring in mind the words of Thycidides about the plague of Athens, crossing our fingers that visions and images like these do not occur again. But it does feel ironic that centuries after we are still unprepared globally for this, and the measures taken in 1918 for the spanish flu are quite similars to the measures today; For we have researched greek newspapers of 1918, and we found similar ideas like those of today, except written in purist Katharevousa. For now, Thycidides of Oloros, from the Athenian deme of Alimos; Pericles and both his legitimate sons, Paralus and Xanthippus, died of the plague. Aspasia made it and so did the great historian, to narrate the Funeral Oration as well as the Λοιμός τῶν Ἀθηνῶν:

θεῶν δὲ φόβος ἢ ἀνθρώπων νόμος οὐδεὶς ἀπεῖργε, τὸ μὲν κρίνοντες ἐν ὁμοίῳ καὶ σέβειν καὶ μὴ ἐκ τοῦ πάντας ὁρᾶν ἐν ἴσῳ ἀπολλυμένους, τῶν δὲ ἁμαρτημάτων οὐδεὶς ἐλπίζων μέχρι τοῦ δίκην γενέσθαι βιοὺς ἂν τὴν τιμωρίαν ἀντιδοῦναι, πολὺ δὲ μείζω τὴν ἤδη κατεψηφισμένην σφῶν ἐπικρεμασθῆναι, ἣν πρὶν ἐμπεσεῖν εἰκὸς εἶναι τοῦ βίου τι ἀπολαῦσαι.

Θουκυδίδου Ιστορίαι 2.53

Neither the fear of the gods nor laws of men awed any man, not the former because they concluded it was alike to worship or not worship from seeing that alike they all perished, nor the latter because no man expected that lives would last till he received punishment of his crimes by judgment. But they thought there was now over their heads some far greater judgment decreed against them before which fell, they thought to enjoy some little part of their lives.

(Translation : Thomas Hobbes. translator. London. Bohn. 1843)

1 Rosenzweig, Rachel (2004). Worshipping Aphrodite: Art and Cult in Classical Athens. University of Michigan Press. p. 14.


Νικόλαος Ἐπισκοπόπουλος – Διαγόρας (1896)





Νικόλαος Επισκοπόπουλος ΔΙΑΓΟΡΑΣ – Πίνδαρος 7ος Πυθιόνικος

Lecture in Rome for the Paideia Institute Fellows

15th April 2018

Εἰκὼν

Οἱ στέφανοι τῆς ἀγριελαίας ἔστιλβον εἰς τὸν ἥλιον ἐπὶ τῆς χρυσελεφαντίνης τραπέζης τοῦ Κολώτου παρὰ τὸν ὑψηλὸν βωμόν, τὸν τεφρόκτιστον.

Ὁ κῆρυξ ἀνὰ ἓν ἀνεκήρυσσε τὰ ὀνόματα μὲ φωνὴν δονοῦσαν τὰ πεῦκα καὶ οἱ Ἑλλανοδίκαι μὲ τὰς ἐρυθρὰς περιβολὰς ἔστεφον τοὺς νικητάς.

Καὶ εἰς ἕκαστον ἀντηχοῦν ὄνομα, εἰς ἑκάστην πατρίδα, αἱ ζητωκραγαὶ τοῦ πλήθους γύρω ἐλύοντο οὐρανομήκεις, ὁ δὲ νικητὴς ἀνηρπάζετο ὑπὸ τῶν πλουσίων θεωρῶν τῆς ἰδίας πατρίδος ὑπὸ τὸν ἦχον τῶν φορμίγγων καὶ τῶν αὐλῶν, τῶν δοξολογούντων τὰ γυμνὰ σώματα, τοὺς μῦς τοὺς σιδηροῦς, τὴν ῥώμην τὴν ἀνίκητον…

Ὁ ἥλιος εἶχεν ἀνέλθει ἀπὸ τῆς κοίτης τοῦ Ἀλφειοῦ καὶ ὄπισθεν τῆς Ποικίλης Στοᾶς ἀκόμη, ἐξαπέστελλε καὶ αὐτὸς χρυσᾶς ζητωκραυγὰς καὶ ἔχυνε μίαν ἑορτὴν φωτὸς ἐπὶ τῆς πλημμύρας τοῦ μαρμάρου, τὸ ὁποῖον ἀνέδυσε λευκὸν ἢ ποικιλόχρωμον ἐν μέσῳ τῆς ὀργώσης βλαστήσεως τῶν πεύκων καὶ τῶν σχοίνων.

Ἀπὸ τὸν λόφον τοῦ Κρονίου, μὲ τὰς ἀπείρους ἀποχρώσεις τοῦ πληθυσμοῦ τῶν δένδρων του, μὲ τὰ χίλια πράσινά του, μὲ τὰ ἄσυλα τὰ παραδείσια, μὲ τὴν φυτικὴν σιωπὴν τὴν ἐπίσημον, ὁ πρωϊνὸς ἀὴρ διυλίζετο καὶ ἤρχετο ζείδωρος, ἀρωματώδης, αἰθερίως καθαρός.

Μεταξὺ τῶν παιγνίων τοῦ βρύου, τοῦ μεταξίνου καὶ δαντελωτοῦ, μεταξὺ τῶν σχοίνων τῶν καταπρασίνων, τὰ ὁποία κατῴκουν τὴν Ἄλτιν, τὰ ἀετώματα τῶν ναῶν ἔφεγγον εἰς τὰ χαιρετίσματα τοῦ φωτός, μὲ τὰ χάλκινα ἀγάλματά των καὶ τὰς πτερωτὰς Νίκας εἰς τὰ ἀκρωτήρια.

Τὸ Ἡραῖον ἐκεῖθεν, κουρασμένον ἀπὸ τὰ ἔτη, ὕψωνε τοὺς ξυλίνους καὶ μαρμαρίνους κίονάς του ἀναμὶξ ἀπέναντι τοῦ ναοῦ τοῦ Διός, τοὺ ἐκπάγλου καὶ νεάζοντος, μὲ τὴν δόξαν τοῦ λευκοῦ του μαρμάρου, ὅστις ἤγειρεν ἔμπροσθεν τοὺς ἓξ μετωπίους κίονάς του, βεβαρημένους ὑπὸ ἀναθημάτων. Καὶ ἐκ τῆς ὑπερηφανείας τῶν πτερωτῶν Νικῶν, τῶν χαλκῶν, αἱ ὁποῖαι ἐκόσμουν τὰ ἀκρωτήρια, ἐκ τῆς μεγαλοπρεπείας τῶν μετοπῶν, τῶν ἰδεωδῶν, ἐμάντευε τὸν πατέρα τῶν Θεῶν, ὅστις κατῴκει τὸν σηκόν, ἐκεῖ εἰς τὰ βάθη τὰ σκοτεινά.

Καὶ πανταχοῦ αἱ στῆλαι ἀνυψοῦντο ἐν μέσῳ τοῦ πρασίνου· αἱ στῆλαι τοῦ Πελοπείου μεταξὺ τῶν δύο ναῶν· αἱ στῆλαι αἱ δωρικαὶ τοῦ Μητρῴου, ἔπειτα τὰ μάρμαρα τῶν Θησαυρῶν τῶν διαφόρων πόλεων, οἱ κίονες τῆς στοᾶς τῆς Ἠχοῦς τῆς ἀνεγειρομένης πρὸς ἀνατολάς, ὅλος ὁ μαρμάρινος κόσμος τῆς Ἄλτεως, ὅπου ἐδέσποζε ἀόρατον καὶ πανίσχυρον τὸ πνεῦμα τοῦ Διός, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἔφρισσον τὰ δάση καὶ τὰ δένδρα νυχθημερόν.

Καὶ ἔπειτα ἀνωτέρω ἀκόμη, ὑπέροχον, πάνοπτον ἐπὶ τοῦ ὑψηλοῦ βάθρου, τὸ ἱπτάμενον ἀνάθημα τῶν Μεσσηνίων, ἡ Νίκη τοῦ Παιωνίου, ἐτάνυε τὰς ἀερώδεις καὶ ἀθορύβους πτέρυγας εἰς πτῆσιν ἀόρατον καὶ ἰδανικὴν…

Ὑπὸ τὴν χαρὰ τοῦ ἡλίου, ὑπὸ τὸ λευκὸν μειδίαμα τῶν ναῶν, ὁ κῆρυξ ἐξηκολούθει τὴν ἀπαρίθμησην τῶν νικητῶν. Οἱ ἀθληταὶ ἐστεφανοῦντο μὲ τὸν κλάδον τῆς ἀγριελαίας· οἱ ἡνίοχοι ἐκόσμουν τὴν κεφαλὴν διὰ τῆς ταινίας τῆς νίκης· αἱ πλούσιαι Σπαρτιάτιδες, τῶν ὁποίων τὰ ἄρματα ἐνίκησαν παρακάμψαντα τὸν Ταραξίθιππον βωμόν, προσήρχοντο ἀρρενωπαὶ καὶ ἀνερυθρίαστοι ὑπὸ τὰς ζητωκραυγάς, ὅπως λάβωσι τὸν στέφανον.

-Δημάγητος Διαγόρου Ῥόδιος, ἐσάλπισε τοῦ κήρυκος ἡ φωνή.

Καὶ ὁ νικητὴς τῆς πυγμαχίας προσῆλθε δειλὸς ὑπὸ τὴν λευκὴν καὶ εὔρωστον γυμνότητά του, κύπτων τὴν κεφαλὴν ὑπὸ τὴν χεῖρα τοῦ ἑλλανοδίκου.

-Ἀκουσίλαος Διαγόρου Ῥόδιος.

Καὶ τότε αἱ ζητωκραυγαὶ κατέπαυσαν, ὅπως οἱ ὀφθαλμοὶ θαυμάσωσι καλλίτερον τοὺς δύο ἀδελφούς, τοὺς εὐτυχεῖς, τούς μεγάλους ἀπογόνους τῶν Ἐρυτιδῶν, οἱ ὁποῖοι συνέχιζον τὰς νίκας τοῦ πατρός των καὶ τὴν ἀποθέωσιν τῆς πατρίδος των, τῆς νήσου τῆς θαλερᾶς τοῦ Ἡλίου καὶ τῆς Ἠλεκτριώνης, τῆς εὐτυχοῦς νήσου, ἡ ὁποία ὑπερήφανος ἔβλεπε πάντοτε ἐστεμμένα τὰ τέκνα της καὶ ἐξυμνούμενα νὰ ἐπανέρχωνται ἐκ τῶν ἀγώνων.

-Δωριεὺς Διαγόρου Ῥόδιος.

Καὶ ὁ τρίτος ἀδελφός, νικητὴς τοῦ παγκρατίου, ἓν σύμπλεγμα ἡρακλείων μυῶν, ἐπλησίασε πρὸς τὸν τεινόμενον στέφανον.

Ὑπῆρξε τότε μεταξὺ τῶν θεατῶν μία στιγμὴ προσδοκίας.

Ἦτο ἡ πρώτη φορά, καθ`ἣν βλαστοὶ τοῦ αὐτοῦ ὀνόματος ἠδελφοῦντο ἐκ δευτέρου ὑπὸ τὴν ὑψίστην δόξαν τοῦ στεφάνου, πρώτη φορά, καθ᾽ ἣν μία πόλις εὐδαίμων ἀπεθεοῦτο εἰς τὸ πρόσωπον τριῶν συγχρόνως ἐκ τῶν τέκνων της.

Καὶ ὅλων οἱ ὀφθαλμοὶ ἐστράφησαν πρὸς τὸ μέρος τῶν θεωρῶν, οἱ ὁποῖοι ἀμιλλώμενοι διὰ τὸν πλοῦτον, ἐκάθηντο περιστοιχιζόμενοι ὑπὸ πολυαρίθμου ἀκολουθίας, μὲ τὰς χρυσᾶς των ταινίας εἰς τὸ μἐτωπον καὶ ἐδέχοντο τοὺς ἀγωνιστὰς…

Ποῦ ἦτο λοιπὸν ὁ Διαγόρας ; Ποῦ ἦτο ὁ εὐτυχὴς νικητὴς τόσων ἀγώνων, ὅστις, κουρασθεὶς ἀπὸ δόξαν, ἔδιδε τώρα τοὺς στεφάνους εἰς ὅλους του τοὺς ἀπογόνους; Ποῦ ἦτο ὁ ἥρως τῶν Ὀλυμπίων καὶ τῶν Νεμέων καὶ τῶν Πυθίων, τοῦ ὁποῖου εἶχε κυρτωθῆ ἀπὸ τοὺς στεφάνους τῆς ἀγρελαίας καὶ τῆς πιτύος καὶ τοῦ σελίνου ἡ κεφαλὴ καὶ τοῦ ὁποίου τὰ ἔπαθλα δὲν ἀριθμοῦνται πλέον ;

Καὶ ὅταν ὁ γέρων ἀθλητὴς ἄλλης γενεᾶς, μὲ τὴν στολὴν τὴν ἐρυθρὰν καὶ τὴν λευκὴν γενειάδα, ἔσπευσε μὲ νεανικὸν βῆμα πρὸς τὰ τέκνα του τὰ στεφανηφόρα, ὅλα τὰ στόματα ἐζητωκραύγασαν πάλιν καὶ ἡ Ἄλτις ἀντήχησεν ἀπὸ ἐνθουσιασμόν.

Ἦτο αὐτὸς ὁ παλαιὸς νικητής, ὁ ἀπόγονος τοῦ Ἀριστομένους, μὲ τὴν χεῖρα τὴν ἀνίκητον, μὲ τὴν πυγμὴν τὴν ἀκατάβλητον, μὲ τοὺς μῦς τοὺς ἀκάμπτους, τοῦ ὁποῖου ἡ ῥώμη, δεκαπλασιασθεῖσα, ἔσφυζεν εἰς τὰ γυμνά, τὰ δοξασμένα σώματα τῶν υἱῶν.

Οἱ Ἑλλανοδίκαι ἔκυψαν τότε τὰς ῥάβδους καὶ τὴν κεφαλὴν πρὸ τοῦ πλησιάζοντος γέροντος, καὶ τὰ χρυσᾶ μέτωπα τῶν θεωρῶν ἔκλιναν πρὸς τὰ κάτω καὶ ὁ λαὸς ὅλος ἐσίγησε πάλιν, ἀπὸ δὲ τοῦ Κρονίου λόφου, αἱ πίτυες καὶ τὰ πεῦκα σιγηλά, χωρὶς θροῦν, ἔτεινον τὰς κορυφὰς πρὸς τὸν γηραιὸν νικητήν.

Μία φρικίασις δόξης καὶ ἀποθεώσεως ἐπέρνα εἰς τὸν ἀέρα.

Καὶ ὅταν ὁ πατὴρ ἐπλησίασεν, οἱ τρεῖς πανίσχυροι ἀγωνισταί, οἱ νικηταῖ τῆς πυγμῆς καὶ τῆς πάλης καὶ τοῦ παγκρατίου ἐταπείνωσαν τὰς παρθένους των κεφαλάς καὶ ἀφῄρεσαν ἐξ αυτῶν τοὺς στεφάνους, ἀπὸ μίαν ἰδίαν σκέψιν.

Ποῖος ἄλλος λοιπὸν θὰ ἠδύνατο νὰ εἷνε ἐκεῖ νικητὴς τριπλοῦς, παρὰ αὐτὸς ὅστις τοὺς ἐχάρισε τὸ αἷμα του καὶ τοὺς μῦς του, ὁ ὁποῖος τοῖς ἐνεφύσησεν εἰς τὴν σάρκα τὴν δύναμιν, ὁ ὁποῖος τοῖς παρεχώρησεν ὡς κληρονομίαν τὴν νίκην ; Ποῖος ἄλλος ἀπὸ αὐτόν, ὅστις καθ᾽ ὅλην τὴν παιδικήν των καὶ ἐφηβικὴν ἡλικίαν ἐπαιδαγώγει τὰς κινήσεις τῶν μελῶν καὶ ἐβοήθησε, εἰς τὴν πεῖραν τόσων νικῶν, τὰς ἀπείρους των στάσεις καὶ τοὺς ἐσκληραγώγει εἰς τὸ γυμναστήριον ὑπὸ τὴν αὐστηρὰν δίαιταν τοῦ χλωροῦ τυροῦ καὶ τῶν ξηρῶν σύκων, δημιουργῶν και περαιώνων τὰς σάρκας τὰς ἰδικάς των κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τῶν ἰδικῶν του σαρκῶν ;

Καὶ χωρὶς λέξιν, κινούμενοι καὶ οἱ τρεῖς ἐνστίκτως, ἔθεσαν ἐπὶ τῆς ἐνδόξου λευκῆς κεφαλῆς του τοὺς τρεῖς στεφάνους καὶ ἐπὶ τῶν παρειῶν του τρία φιλήματα.

Ὑπερήφανοι ἔπειτα τὸν ἀνήγειραν εἰς τοὺς γυμνούς, τοὺς ἀκάμπτους ὤμους ἐπιδεικνύοντες αὐτὸν εἰς τὸ πλῆθος ἐν πορείᾳ θριαμβευτικῇ.

Καὶ τότε ἐκ τῆς καρδίας τοῦ Ἕλληνος, τῆς ἀνοιγομένης ὡς εὐρὺ τέμενος τοῦ ὡραίου καὶ τοῦ ὑψηλοῦ, ἀνῆλθον τὰ δάκρυα ἄφθονα. Εἶς ἐνθουσιασμὸς εὐρύς, ἐνθουσιασμὸς φρενίτιδος, μία τάσις διονύσειος, μία φρικίασις ἐξάλλου συγκινήσεως κατέλαβε τὸ πλῆθος.

Ἄνω τῶν λευκῶν χιτώνων καὶ τῶν ποικιλόμορφων ἱματίων, αἱ μυρίαι κεφαλαὶ ἐχαιρέτιζον τὸν νικητήν, ἐνῷ αἱ χεῖρες ἀνυψούμεναι τοῦ ἔρριπτον κλάδους φοινίκων καὶ δράκας ἀνθέων.

Ὅλη ἡ Ἑλλάς, ὁ κόσμος ὁλόκληρος ἐκεῖ, ἀπεθέωνε τὸν γέροντα μὲ κραυγὰς ἐνθουσιασμοῦ.

-Ἀπόθανε, Διαγόρα, ἀφοῦ δὲν δύνασαι νἀναβῇς εἰς τὸν Ὄλυμπον.

Αἱ Σπαρτιάτιδες ἐπλησίαζον καὶ ἔψαυον τὰ κράσπεδα τοῦ πορφυροῦ του ἱματίου, ἐνῷ οἱ παῖδες ὀνειρευόμενοι τὴν δόξαν του προσήγγιζον διὰ νὰ τὸν ῥάνουν μὲ ἄνθη καὶ οἱ γυμνοὶ ἀθληταὶ μελαγχολικοὶ τὸν παρετήρουν μὲ θαυμασμόν.

Καὶ μίαν στιγμὴν τότε, ἐνῷ τὰ δάκρυα κυλιόμενα ἠλάφρωναν ἐκ τῆς ὑπερεκλχειλιζούσης χαρᾶς τὴν καρδίαν του, ὁ Διαγόρας ἐνθυμήθη τὴν ζωήν του τὴν ἔνδοξον, τὰς νίκας τὰς ἰδικὰς του. Εἶδε τὴν ἐποχὴν, ὅταν ὁ Πίνδαρος τὸν ἐξύμνει, ὅταν ὁ ἀνδριὰς ἐτοποθετεῖτο παρὰ τὸ Στάδιον, ὅταν αἱ παρθένοι ηὔχοντο νὰ τὸν ἀποκτήσωσι σύζυγον καὶ αἱ γυναῖκες ἐφθόνουν τὴν μητέρα του. Οἱ ὀφθαλμοὶ τῆς φαντασίας του ἔβλεπον τὰς εἰσόδους του τὰς θριαμβευτικὰς εἰς Ῥόδον, κατὰ τὰς ὁποίας οἱ πολῖται τὸν ἔφερον ἀνὰ τὴν πόλιν έπὶ τῶν τεθρίππων ἀρμάτων μὲ ἵππους λευκοὺς καὶ τὸν ἐνέδυον διὰ πορφύρας καὶ τὸν ἐτίμων ὡς ἰσόθεον.

Οὔτε τὸν ἀριθμὸν τῶν νικῶν του δὲν ἠδύνατο πλέον νἀναπαραστήσῃ καλῶς ἡ φαντασία του. Παρήλαυνον εἰς τὸ πνεῦμά του οἱ τέσσαρες στέφανοι ἐκ πιτύος τῆς Ἰσθμίας καὶ ὁ στέφανος τοῦ κοτίνου τῶν Ὀλυμπιακῶν καὶ οἱ ἀσπίδες αἱ χαλκαῖ, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ἐν Πελλήνῃ καὶ Αἰγίνῃ καὶ τῆς Ἀρκαδίας οἱ τρίποδες οἱ χαλκοῖ καὶ τῆς Ἀχαΐας αἱ μάλλιναι χλαῖναι καὶ ὅλα τὰ ἄλλα ἔπαθλα, ὅλοι οἱ ἄλλοι στέφανοι, μὲ τοὺς ὁποίους εἶχε δοξάσει τὸ γένος τῶν Ἐρυτιδῶν καὶ τὴν πόλιν τοῦ Ἡλίου.

Ἡ εὐδαιμονία τὸν ἔπνιξεν ἤδη, σταλάζουσα ἡδονικὴ ὡς ὁ θάνατος εἰς τὴν ψυχήν του. Τὰ τέκνα του ἐσυνέχιζον τώρα τὴν δόξαν τῆς Ῥόδου, οἱ ἐγγονοί του εἰς τὸ γυμναστήριον ὑπέσχοντο νέας νίκας καὶ ἡ θυγάτηρ του Καλλιπάτειρα ἡτοίμαζε νέους ἄνδρας διὰ τὸν στέφανον καὶ τὴν ἀποθέωσιν.

Πόσον ἦτο εὐτυχὴς ὅτι ἡ Νίκη δὲν θὰ ἔφευγε μετὰ τὸν θάνατόν του ἐκ τοῦ οἴκου του, ὅτι ὁλόκληρος ὁμὰς ἀνδρῶν νέων θὰ ἐκληρονόμει καὶ θα μετέδιδεν εἰς αἰῶνας τὸν θησαυρὸν τοῦ κλάδου τῆς ἐλαίας εἰς τὴν γενεάν του.

Καὶ ἐνῷ ἐστηρίζετο ἐπὶ τῶν γυμνῶν ὤμων τῶν τέκνων του, ἐνεθυμήθη τὸν λόγον τοῦ Σπαρτιάτου, ὅστις τοῦ ἔλεγεν ὅτι ἔπρεπε νἀποθάνῃ μετὰ τόσην δόξαν καὶ εὐδαιμονίαν καὶ ἠτένισε διὰ μέσου τῶν κιόνων νοερῶς τὸν μέγαν θεὸν τῆς Ἄλτεως, ζητῶν τὸν θάνατον.

Ὁποία εὐδαιμονία νὰ συνεχίσῃ τὴν ζωήν του πέραν τοῦ τάφου, νὰ κρυβῇ ἀφίνων θέσιν εἰς τὰ νέα σώματα -τώρα ὁπόταν οἱ μῦς ἤρχισαν νὰ παραλύωνται, ὁπόταν τὰ μἐλη κουρασμένα δὲν ἠδύναντο νἀτενίσουν πλέον χαλύβδινα καὶ ὑπερήφανα τὸν ἥλιον…

Ὑπὸ τὰ ἄνθη καὶ τὴν βροχὴν τῶν φοινίκων τὸ εὐμελὲς σύμπλεγμα τῶν σαρκῶν, τὸ σιδηροῦν δένδρον τὸ ἀνεστραμμένον μὲ τὸν γηραιὸν κορμὸν πρὸς τὰ ἄνω καὶ τοὺς τρεῖς εὐχύμους κλώνους πρὸς τὰ κάτω, ἐβάδιζε θριαμβευτικῶς πρὸς τὸν ναὸν τοῦ Διὸς ὅπου τὸ πλῆθος προεπορεύετο, ὅπως τελέσῃ θυσίας καὶ ὕμνους πρὸ τῶν ἑστιάσεων καὶ τοῦ δείπνου τοῦ πρυτανείου.

Εἰς τὴν εἴσοδον οἱ τρεῖς νικηταὶ ἐσταμάτησαν, ὅπως ἐναποθέσουν μετὰ σεβασμοῦ τὸ ἔνδοξον φορτίον.

Ἐντὸς τοῦ σηκοῦ, ὅπου ὁ ἥλιος δὲν ἐτόλμα νὰ κυττάξῃ ἐν τῆ ἐπισήμῳ σκιᾷ καὶ τῇ σκοτίᾳ, ἀνεφαίνετο συγκεχυμένως ἡ αἴγλη τοῦ Κεραυνίου, μὲ τὰς ἀπαστράψεις τῶν πολυτίμων λίθων, μὲ τὴν λαμπρότητα τοῦ ἐλέφαντος τῶν μελῶν καὶ τοὺς χρυσοῦς ῥύακας τῶν ἐπτυχωμένων ἐνδυμάτων.

Ἐπὶ τοῦ θρόνου μὲ τὸν χρυσοῦν λέοντα καὶ τὸν πόλεμον τῶν Ἀμαζόνων, ὁ Ζεὺς μὲ τὸ ὕψος τῆς παραστάσεως καὶ τὴν γλυκύτητα τῆς μορφῆς ἐφαίνετο ὡς τὸ σύμβολον τῆς ἀπείρου ἰσχύος καὶ τῆς ἀπείρου ἀγάπης.

… Καὶ ὅταν ὑψούμενος ὑπὸ τῶν ζητοκραυγῶν τοῦ πλήθους καὶ ὑπὸ τῶν βραχιόνων τῶν τέκνων του, εἶδεν ὁ γέρων ἑαυτὸν ὑψηλὸν ὅσον καὶ ὁ Ζεύς, ἡ καρδία του, ἡ σιδηρᾶ εἰς τοὺς ἀγῶνας διερράγη ὡς ὕαλος ἀπὸ τὴν χαράν. Καὶ ἔστρεψεν ἠρέμα πρὸς τὰ ἄνω τὸ πρόσωπον καὶ ἀπέθανε μειδιῶν πρὸς τὸν ἥλιον.

Ὅταν οἱ ὀλυμπιονῖκαι κατεβίβασαν τὸν πατέρα των ἠπίως, ἡ κεφαλὴ τοῦ γέροντος ἀνεστράφη.

Μία ἀντανάκλασις τοῦ προσώπου τοῦ θεοῦ, μία παρομοία αἴγλη ἰσχύος καὶ ἀγάπης ἐφώτιζε καὶ τὸ ἰδικόν του πρόσωπον.

Τότε αἱ ζητωκραυγαὶ ἐσβέσθησαν ὑπὸ τοῦ σεβασμοῦ καὶ ἀπὸ τοῦ Ἀλφειοῦ μέχρι τοῦ Κλαδίου εἰς ὅλον τὸ ζῶν ῥεῦμα, τὸ ὁποῖον ἐπλημμύρει τὴν Ἄλτιν δὲν ἠκούετο ἄλλο, παρὰ ἡ φρικίασις τῶν πευκῶν, αἱ ὁποῖαι ἔστελλον μὲ τὴν αὔραν τὸ αἰώνιον παράπονον τῆς ἀτελοῦς φυσικῆς των ζωῆς.

Olympian 7

ΔΙΑΓΟΡΑι ΡΟΔΙΩι ΠΥΚΤΗι


φιάλαν ὡς εἴ τις ἀφνειᾶς ἀπὸ χειρὸς ἑλὼν 
ἔνδον ἀμπέλου καχλάζοισαν δρόσῳ 
δωρήσεται 
νεανίᾳ γαμβρῷ προπίνων οἴκοθεν οἴκαδεπάγχρυσον κορυφὰν κτεάνων
5συμποσίου τε χάριν κᾶδός τε τιμάσαις νέονἐν δὲ φίλων 
[10] παρεόντων θῆκέ νιν ζαλωτὸν ὁμόφρονος εὐνᾶς
καὶ ἐγὼ νέκταρ χυτόνΜοισᾶν δόσινἀεθλοφόροις 
ἀνδράσιν πέμπωνγλυκὺν καρπὸν φρενός
ἱλάσκομαι
10Οὐλυμπίᾳ Πυθοῖ τε νικώντεσσιν δ᾽ ὄλβιοςὃν φᾶμαι κατέχοντ᾽ ἀγαθαί
[20] ἄλλοτε δ᾽ ἄλλον ἐποπτεύει Χάρις ζωθάλμιος ἁδυμελεῖ 
θαμὰ μὲν φόρμιγγι παμφώνοισί τ᾽ ἐν ἔντεσιν αὐλῶν
καί νυν ὑπ᾽ ἀμφοτέρων σὺν Διαγόρᾳ κατέβαν τὰν ποντίαν 
ὑμνέων παῖδ᾽ Ἀφροδίτας Ἀελίοιό τε νύμφανῬόδον
15εὐθυμάχαν ὄφρα πελώριον ἄνδρα παρ᾽ Ἀλφεῷ στεφανωσάμενον 
[30] αἰνέσω πυγμᾶς ἄποινα 
καὶ παρὰ Κασταλίᾳπατέρα τε Δαμάγητον ἁδόντα Δίκᾳ
Ἀσίας εὐρυχόρου τρίπολιν νᾶσον πέλας 
ἐμβόλῳ ναίοντας Ἀργείᾳ σὺν αἰχμᾷ
20ἐθελήσω τοῖσιν ἐξ ἀρχᾶς ἀπὸ Τλαπολέμου 
ξυνὸν ἀγγέλλων διορθῶσαι λόγον
Ἡρακλέος 
[40] εὐρυσθενεῖ γέννᾳτὸ μὲν γὰρ πατρόθεν ἐκ Διὸς εὔχονταιτὸ δ᾽ Ἀμυντορίδαι 
ματρόθεν Ἀστυδαμείαςἀμφὶ δ᾽ ἀνθρώπων φρασὶν ἀμπλακίαι 
25ἀναρίθμητοι κρέμανταιτοῦτο δ᾽ ἀμάχανον εὑρεῖν
 τι νῦν ἐν καὶ τελευτᾷ φέρτατον ἀνδρὶ τυχεῖν
[50] καὶ γὰρ Ἀλκμήνας κασίγνητον νόθον 
σκάπτῳ θένων 
σκληρᾶς ἐλαίας ἔκταν᾽ ἐν Τίρυνθι Λικύμνιον ἐλθόντ᾽ ἐκ θαλάμων Μιδέας 
30τᾶσδέ ποτε χθονὸς οἰκιστὴρ χολωθείςαἱ δὲ φρενῶν ταραχαὶ 
παρέπλαγξαν καὶ σοφόνμαντεύσατο δ᾽ ἐς θεὸν ἐλθών
τῷ μὲν  Χρυσοκόμας εὐώδεος ἐξ ἀδύτου ναῶν πλόον 
[60] εἶπε Λερναίας ἀπ᾽ ἀκτᾶς εὐθὺν ἐς ἀμφιθάλασσον νομόν
ἔνθα ποτὲ βρέχε θεῶν βασιλεὺς  μέγας χρυσέαις νιφάδεσσι πόλιν
35ἁνίχ᾽ Ἁφαίστου τέχναισιν 
χαλκελάτῳ πελέκει πατέρος Αθαναία κορυφὰν κατ᾽ ἄκραν 
ἀνορούσαισ᾽ ἀλάλαξεν ὑπερμάκει βοᾷ
[70] Οὐρανὸς δ᾽ ἔφριξέ νιν καὶ Γαῖα μάτηρ
τότε καὶ φαυσίμβροτος δαίμων Ὑπεριονίδας 
40μέλλον ἔντειλεν φυλάξασθαι χρέος 
παισὶν φίλοις
ὡς ἂν θεᾷ πρῶτοι κτίσαιεν βωμὸν ἐναργέακαὶ σεμνὰν θυσίαν θέμενοι 
πατρί τε θυμὸν ἰάναιεν κόρᾳ τ᾽ ἐγχειβρόμῳἐν δ᾽ ἀρετὰν 
[80] ἔβαλεν καὶ χάρματ᾽ ἀνθρώποισι Προμαθέος Αἰδώς
45ἐπὶ μὰν βαίνει τε καὶ λάθας ἀτέκμαρτα νέφος
καὶ παρέλκει πραγμάτων ὀρθὰν ὁδὸν 
ἔξω φρενῶν
καὶ τοὶ γὰρ αἰθοίσας ἔχοντες σπέρμ᾽ ἀνέβαν φλογὸς οὔτεῦξαν δ᾽ ἀπύροις ἱεροῖς 
[90] ἄλσος ἐν ἀκροπόλεικείνοις  μὲν ξανθὰν ἀγαγὼν νεφέλαν 
50πολὺν ὗσε χρυσόναὐτὰ δέ σφισιν ὤπασε τέχναν 
πᾶσαν ἐπιχθονίων Γλαυκῶπις ἀριστοπόνοις χερσὶ κρατεῖν
ἔργα δὲ ζωοῖσιν ἑρπόντεσσί θ᾽ ὁμοῖα κέλευθοι φέρον
ἦν δὲ κλέος βαθύδαέντι δὲ καὶ σοφία μείζων ἄδολος τελέθει
[100] φαντὶ δ᾽ ἀνθρώπων παλαιαὶ 
55ῥήσιεςοὔπωὅτε χθόνα δατέοντο Ζεύς τε καὶ ἀθάνατοι
φανερὰν ἐν πελάγει Ῥόδον ἔμμεν ποντίῳ
ἁλμυροῖς δ᾽ ἐν βένθεσιν νᾶσον κεκρύφθαι
ἀπεόντος δ᾽ οὔτις ἔνδειξεν λάχος Ἀελίου
καί ῥά μιν χώρας ἀκλάρωτον λίπον
60ἁγνὸν θεόν
[110] μνασθέντι δὲ Ζεὺς ἄμπαλον μέλλεν θέμενἀλλά νιν οὐκ εἴασενἐπεὶ πολιᾶς 
εἶπέ τιν᾽ αὐτὸς ὁρᾶν ἔνδον θαλάσσας αὐξομέναν πεδόθεν 
πολύβοσκον γαῖαν ἀνθρώποισι καὶ εὔφρονα μήλοις
ἐκέλευσεν δ᾽ αὐτίκα χρυσάμπυκα μὲν Λάχεσιν 
65[120] χεῖρας ἀντεῖναιθεῶν δ᾽ ὅρκον μέγαν 
μὴ παρφάμεν
ἀλλὰ Κρόνου σὺν παιδὶ νεῦσαιφαεννὸν ἐς αἰθέρα νιν πεμφθεῖσαν ἑᾷ κεφαλᾷ 
ἐξοπίσω γέρας ἔσσεσθαιτελεύταθεν δὲ λόγων κορυφαὶ 
ἐν ἀλαθείᾳ πετοῖσαιβλάστε μὲν ἐξ ἁλὸς ὑγρᾶς 
70νᾶσοςἔχει τέ νιν ὀξειᾶν  γενέθλιος ἀκτίνων πατήρ
[130] πῦρ πνεόντων ἀρχὸς ἵππωνἔνθα Ῥόδῳ ποτὲ μιχθεὶς τέκεν 
ἑπτὰ σοφώτατα νοήματ᾽ ἐπὶ προτέρων ἀνδρῶν παραδεξαμένους 
παῖδαςὧν εἷς μὲν Κάμειρον 
πρεσβύτατόν τε Ἰάλυσον ἔτεκεν Λίνδον τ᾽ἀπάτερθε δ᾽ ἔχον
75διὰ γαῖαν τρίχα δασσάμενοι πατρωίαν
[140] ἀστέων μοῖρανκέκληνται δέ σφιν ἕδραι
τόθι λύτρον συμφορᾶς οἰκτρᾶς γλυκὺ Τλαπολέμῳ 
ἵσταται Τιρυνθίων ἀρχαγέτᾳ
ὥσπερ θεῷ
80μήλων τε κνισσάεσσα πομπὰ καὶ κρίσις ἀμφ᾽ ἀέθλοιςτῶν ἄνθεσι Διαγόρας 
ἐστεφανώσατο δίςκλεινᾷ τ᾽ ἐν Ἰσθμῷ τετράκις εὐτυχέων
[150] Νεμέᾳ τ᾽ ἄλλαν ἐπ᾽ ἄλλακαὶ κρανααῖς ἐν Ἀθάναις
 τ᾽ ἐν Ἄργει χαλκὸς ἔγνω νιντά τ᾽ ἐν Ἀρκαδίᾳ 
ἔργα καὶ Θήβαιςἀγῶνές τ᾽ ἔννομοι 
85Βοιωτίων
Πέλλανά τ᾽ Αἴγινά τε νικῶνθ᾽ ἑξάκιςἐν Μεγάροισίν τ᾽ οὐχ ἕτερον λιθίνα 
[160] ψᾶφος ἔχει λόγονἀλλ᾽ Ζεῦ πάτερνώτοισιν Ἀταβυρίου 
μεδέωντίμα μὲν ὕμνου τεθμὸν Ὀλυμπιονίκαν
ἄνδρα τε πὺξ ἀρετὰν εὑρόνταδίδοι τέ οἱ αἰδοίαν χάριν 
90καὶ ποτ᾽ ἀστῶν καὶ ποτὶ ξείνωνἐπεὶ ὕβριος ἐχθρὰν ὁδὸν 
εὐθυπορεῖσάφα δαεὶς  τέ οἱ πατέρων ὀρθαὶ φρένες ἐξ ἀγαθῶν 
[170] ἔχρεονμὴ κρύπτε κοινὸν 
σπέρμ᾽ ἀπὸ ΚαλλιάνακτοςἘρατιδᾶν τοι σὺν χαρίτεσσιν ἔχει 
θαλίας καὶ πόλιςἐν δὲ μιᾷ μοίρᾳ χρόνου 
95ἄλλοτ᾽ ἀλλοῖαι διαιθύσσοισιν αὖραι.

OLYMPIA 7 As one who takes a cup from a lavish hand, bubbling within the foam of the grape, presenting it to a young bridegroom, pledging hearth to hearth, the pride, sheer gold, of possession, the joy of the feast, to honor his new son, render him among friends present admired for the bride's consent: so I, bringing poured nectar of victory, gift of the Muses, the mind's sweet yield, offer it up to the conquerors at Olympia and Pytho. Blessed is he whom good fame surrounds. Grace eyes one man, then another, bestowing favor frequently to the melodious lyre and the manifold music of flutes; and to both strains I keep company with Diagoras, singing the sea's child, daughter of Aphrodite and bride of Helios, Rhodes, and give praise, spoil of his boxing, to the onslaught of a man gigantic, wreathed in victory beside Alpheus' water and Kastalia; and to Damagetos his father, darling of Justice, who dwell in the triple-citied island over against the jut of broad Asia, by right of an Argive spear. I will try to straighten the story from the beginning with news from as far back as Tlepolemos for Herakles' race of reaching strength. On the father's side they glory in Zeus' descent; on the mother's, 19 Amyntoridai from Astydameia. Delusions innumerable hang their shadows over men's minds. This thing passes wit to discover, what is best now and at the end for a man to attain. Even Tlepolemos, this island's founder, once angered, rearing the stock of brute olive, smote to death Alkmana's bastard brother, Likymnios, at Tiryns as he issued from the chamber of Midea. Despair in the brain has driven even the wise man out of his course. He went to the god for counsel. From the fragrant sanctuary the gold-haired god bespoke a voyage of ships from the Lernaian ness straight for a seagirt reach, where once the high king of the gods drenched their city in a gold snowfall, when, by the artifice of Hephaistos, at the stroke of the bronze-heeled axe Athene sprang from the height of her father's head with a strong cry. The sky shivered before her and earth our mother. Then Hyperion's giant son, light-giver to mortals, laid a necessity upon his own children to guard thereafter: they must be first to found a bright altar to the goddess and establish a stately sacrifice and propitiate the heart of her father and the maid of the ringing spear. Respect for forethought puts on men goodliness and delight also. Yet the unpredictable mist of forgetfulness stalks us, it wrenches aside the right way of action far from our thoughts. 20 Thus they went up, having not the bright seed of flame, with fireless sacrament they appointed the grove on the acropolis. Yet he, assembling the yellow cloud, rained much gold upon them, and the green-eyed goddess granted every art, that they should surpass all men in the excellent work of their hands. And their streets grew images in the likeness of men and beasts. Their fame went deep. For the wise skill will wax greater for its innocence. The ancient legends of men tell how, when Zeus and the immortals divided the earth Rhodes had not yet shone in the sea's water, but the island was hidden in the salt depths. Helios was gone, and none showed forth his lot. They left him with no guerdon of land, that blameless god. He spoke, and Zeus would cast again, but Helios would not suffer it, for he said under the gray sea he had spied, as a growth from the floor, a land to foster multitudes, kindly to sheep. Straightway he bade Lachesis of the golden veil lift up her hands, nor deny the gods' great oath but assent with the son of Kronos, bending her head; the island rising thereafter into the bright air should be his. The words' end was ac- complished with a true fall. Out of the winding water the island blossomed, held of the father of searing sun-rays, master of horses that breathe fire. Rhodes mixed with him bore 21 seven sons, that displayed the shrewdest wits of the men of old time. Of these, one sired Kamiros, lalysos, eldest born, and Lindos; sundered, they held the land of their patrimony in triple division, each a city, and these are called by their names. There, as sweet deliverance after the bitterness of misfortune, to Tlepolemos, Tirynthian arch-founder, is given as to a god the smoking processional of sheep, the judgment of games, in whose flowers Diagoras was wreathed twice. At the glorious Isthmos the luck four times was his. One win to crown another at Nemea, at rocky Athens. The bronze at Argos knew him, the caldrons in Arkadia and Thebes, the temperate games Boiotians keep; Pellana likewise. At Aigina he won six times, at Megara the stone ballot tells no alternate story. But Zeus father, brooding over the peaks of Atabyrios, honor the set of the song Olmpion- ician, the man who has found excellence with his fists. Grant him pleasure of veneration in the sight of citizens and strangers his friends. The bitter path of pride he walks straitly, sure of all that the upright minds of his fathers left, his heritage. Founder not the seed of Kallianax, your own. With good fortune for the Eratidai the city has also its part of happiness. But in one parcel of time the winds intershifting flare to new directions. 22


Νικόλαος Επισκοπόπουλος (1874-1944). Ο Νικόλαος Επισκοπόπουλος γεννήθηκε στη Ζάκυνθο, γιος του Διονύσιου Επισκοπόπουλου και της δεύτερης γυναίκας του Αδριανής Σιγούρου, ξαδέλφης του ποιητή Μαρίνου Σιγούρου, η οποία του μετέδωσε την αγάπη της για τα γράμματα και τις ξένες γλώσσες. Στη Ζάκυνθο φοίτησε στο Ελληνικό Σχολείο εγκατέλειψε όμως στη δεύτερη τάξη και συνέχισε ως αυτοδίδακτος, μελετώντας μανιωδώς λογοτεχνικά και επιστημονικά κείμενα. Σε ηλικία δεκαπέντε χρόνων εργάστηκε ως βοηθός συνταγολόγος φαρμακοποιού και ένα χρόνο αργότερα εξέδωσε ένα φιλολογικό ημερολόγιο, όπου δημοσίευε κείμενά του. Μετά το θάνατο του πατέρα του εγκαταστάθηκε με τη μητέρα του στην Αθήνα (το 1892) και συνέχισε να μελετάει. Το 1893 πραγματοποίησε την πρώτη του επίσημη εμφάνιση στη λογοτεχνία δημοσιεύοντας με μεσολάβηση του Γρηγορίου Ξενόπουλου στην εφημερίδα Άστυ το διήγημα Ut diese mineur, που έγινε δεκτό με ενθουσιασμό από το Δημ.Κακλαμάνο και οδήγησε στην πρόσληψή του στην εφημερίδα ως μόνιμου συντάκτη. Ακολούθησαν δημοσιεύσεις πεζογραφημάτων, ποιημάτων, χρονογραφημάτων, μεταφράσεων και δοκιμίων κριτικής στα έντυπα Εθνικόν Ημερολόγιον του Κων/νου Σκόκου, Εστία, Παναθήναια, Τέχνη του Κων/νου Χατζόπουλου, Το περιοδικόν μας του Γεράσιμου Βώκου και αλλού, δραστηριότητα η οποία ενέταξε τον Επισκοπόπουλο στους αθηναϊκούς λογοτεχνικούς κύκλους. Σχετίστηκε με τον Γρηγόριο Ξενόπουλο, τον Παύλο Νιρβάνα, και σύχναζε στα φιλολογικά σαλόνια του Γεώργιου Δροσίνη, του Γεώργιου Σουρή και της Καλλιρρόης Παρρέν. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του Ανατόλ Φρανς στην Αθήνα ο Επισκοπόπουλος ανέλαβε να τον ξεναγήσει στα αρχαιολογικά αξιοθέατα της πόλης και συνδέθηκε φιλικά μαζί του και με τη φίλη του, την κυρία Καβαγιέ. Οι δύο τελευταίοι του πρότειναν να εγκατασταθεί στο Παρίσι, πράγμα που έκανε το 1904 μαζί με τη γυναίκα του και την κόρη του Αδριανή. Στο Παρίσι ο Επισκοπόπουλος έγινε γνωστός ως λογοτέχνης, μελετητής, κριτικός και απομνημονευματογράφος του Ανατόλ Φρανς με το ψευδώνυμο Nicolas Segur και συνεργάστηκε με γνωστά έντυπα της πόλης, όπως τα Figaro, Matin, Revue des revues. Πέθανε στο Παρίσι από ημιπληγία. Το λογοτεχνικό έργο του Νικόλαου Επισκοπόπουλου κινείται στα πλαίσια του αισθητισμού, με πρότυπα συγγραφείς όπως οι Έντγκαρ Άλλαν Πόε, Κάρολος Μπωντλαίρ και Ανατόλ Φρανς. Γλώσσα του ήταν η περίτεχνη καθαρεύουσα με σαφές προσωπικό στίγμα, την οποία υπέταξε στις ανάγκες της ιδιόμορφης αφηγηματικής τεχνικής του, που, μακριά από το ρεαλισμό και με συχνή χρήση των στοιχείων του φανταστικού και του παράδοξου, υπηρέτησε μια φόρμα με έμφαση στην εσωτερική πλοκή, στη δραματική δηλαδή απεικόνιση της ψυχικής κατάστασης και εξέλιξης του εκάστοτε ήρωα ή του ίδιου του συγγραφέα. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Νικόλαου Επισκοπόπουλου βλ. Αβουρης Σπυρ., «Επισκοπόπουλος Νικόλαος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 6. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. και Δάλλας Γιάννης, «Νικόλαος Επισκοπόπουλος», Η παλαιότερη πεζογραφία μας· Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο Θ΄ (1900-1914), σ.24-50. Αθήνα, Σοκόλης, 1997.Νικόλαος Επισκοπόπουλος, ο εισηγητής του λυρικού αισθητισμού στην πεζογραφία μας


Ο Νικόλαος Επισκόπουλος, γεννημένος το 1874 στη Ζάκυνθο, απετέλεσε τη βάση πάνω στην οποία δομήθηκε και στέριωσε όλος ο μετέπειτα αισθητισμός που χαρακτηρίζει πολλά έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Αρχή του είναι ο υπερβολικός λυρισμός, τα ασυνήθιστα θέματα, το πρωτότυπο ύφος, όμως όλα αυτά χωρίς μυστήριο.

Πρώτος του δάσκαλος ήταν ο ιστοριοδίφης Παναγιώτης Χιώτης. Αλλά, ων φύση ανυπότακτη, διακόπτει γρήγορα τη σχολική του μόρφωση. Από τότε επιδόθηκε μόνος του στη μελέτη. Στη λόγια μητέρα του, ξαδέλφη του γνωστού μεταφραστή και ποιητή Μαρίνου Σιγούρου, οφείλει τη γενικότερη κλίση του προς τα Γράμματα. Ήταν μανιώδης αναγνώστης διαβάζοντας αδιακρίτως πολλών ειδών βιβλία. Στα δεκαπέντε του χρόνια υπήρξε έμπειρος συνταγολόγος ως βοηθός του φαρμακοποιού Νικολάου Κοκκίνη. Ταυτοχρόνως, βέβαια, γράφοντας και ο ίδιος παρουσίασε ένα δείγμα φιλολογικού ημερολογίου, σε ηλικία μόλις 16 ετών, το 1890.

Ύστερα από δύο χρόνια μετακομίζει με τη μητέρα του στην Αθήνα (Μάιος του 1892). Εκεί, κάνοντας την έκπληξη, γράφει το “Ut diese mineur”, ένα από τα Τρελλά διηγήματά του όπως τα επιγράφει, και ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, που τα διαβάζει, μεσολαβεί κατευθείαν για να δημοσιευθεί στην εφημερίδα, “Το Άστυ”. Από εκείνη την ημέρα το γενικότερο status quo της ζωής του Επισκοπόπουλου αλλάζει. Συνεργάστηκε και σε άλλα έντυπα της εποχής, στα κυρίως φιλολογικά και ακόμη στα αντιπροσωπευτικά των νέων λογοτεχνικών ρευμάτων, του συμβολισμού και του αισθητισμού.

Το 1904 μετακομίζει στο Παρίσι και εκεί ως Nicolas Segur άρχισε να κτίζει στη γαλλική λογοτεχνική πραγματικότητα μια νέα σταδιοδρομία. Έγραψε είκοσι μυθιστορήματα, αρχίζοντας με το Nais au miroir (Η Νάιδα στον καθρέφτη) που το προλογίζει ο Ανατόλ Φρανς, συνεχίζοντας με άλλα, λ.χ.: Le secret de Penelope (Το μυστικό της Πηνελόπης) που το έκρινε ο Παλαμάς και το Une ile d’ amour (Νησί της αγάπης). Εκτός από μυθιστοριογράφος αναδείχθηκε και ως απομνημονευματογράφος, ως μελετητής του έργου του Μπαρρές και της μεθόδου του Ιππολύτου Ταιν, της θεωρίας του Ρουσσώ, της αισθητικής του Νίτσε, της φιλοσοφίας του Μπερξόν και διακρίθηκε ως κριτικός του έργου ονομαστών ανθρώπων των Γραμμάτων: Του Λοτί, του Ίψεν, του Τολστόι. Τέλος, πέθανε από ημιπληγία στις 22 Μαρτίου του 1944 στο Παρίσι.

Ο Νικόλαος Επισκοπόπουλος ως γλώσσα χρησιμοποιεί αποκλειστικά την καθαρεύουσα, τη στιγμή που άλλοι συγγραφείς υιοθετούν σταδιακά τη δημοτική (π.χ. Γρηγόριος Ξενόπουλος, Παύλος Νιρβάνας). Δεν ακολουθούν τον κανόνα αυτόν τρια αφηγήματα του Επισκοπόπουλου που εξαιτίας της λυρικής πρόζας γράφονται σ’ έναν τύπο καθομιλουμένης δημοτικής. Η καθαρεύουσα του ανήκει στο παρελθόν, είναι γραμματικά στραμμένη προς το τυπικό της αρχαϊζουσας. Είναι η γλώσσα λογίων έτσι όπως χαλκεύθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα από λογοτέχνες, δημοσιογράφους και στα γραφεία των εφημερίδων.

Δεν παραβλέπομε όμως ότι η γλώσσα του δεν έχει την προσωπική της ιδιαιτερότητα, συμπορεύεται και υποπτήσσει μπροστά στα κοινωνικά προβλήματα χωρίς να τα στηλιτεύει. Είναι μία γλώσσα ενός λυρικού λογοτέχνη που “διανοουμενίζει”. Ο λόγος του Επισκοπόπουλου διεισδύει στην εσωτερικότητα των διαχρονικών φαινομένων (ζωή-θάνατος), στην μεταπτωτικότητα των συναισθημάτων και γενικά εμφορείται από μια τάση εξύφανσης μεταφυσικού ύφους με όπλο την ψυχογραφική-φιλοσοφική διήθηση προσώπων και καταστάσεων. Το είδος, λοιπόν, εις το οποίο επιδίδεται είναι της φανταστικής πεζογραφίας. Με δύο κύκλους: ο ένας εξωτερικός που αφορά σε θέματά του που προέρχονται από ερεθίσματα της επιστήμης και ο άλλος εσωτερικός που έχει σχέση με την ίδια τη λογοτεχνία παραπέμποντας στο κλίμα και στα πρότυπα του ξένου αισθητισμού του.

Η επιστημονική του φαντασία αντιπροσωπεύεται ενδεικτικά με τρία-τέσσερα διηγήματα. Και τα τέσσερα αφορμώνται από κάποιες “περίεργες” θεωρίες του καιρού του, γενικότερου επιστημονικού ή παραεπιστημονικού ενδιαφέροντος: Πώς ανακυκλώνεται η ζωή με τη διάλυση της ύλης και κατόπιν με τη μετενσάρκωσή της (“Η ζωή μετά θάνατον”, 1883), τι θα γίνει προς στιγμήν αν η γη μας σταματήσει την περιφορά της (“Η μητέρα γη”, 1884), πώς πρωτόγινε η συνάντηση και η ερωτική επαφή δύο πρωτόγονων αντιθέτου φύλου.

Η φανταστική πεζογραφία του αποκτά αντίθετα προσωπικές συντεταγμένες όταν εσωτερικεύεται. Όταν παύει να αντλεί τα θέματά της από ετερογενή πεδία, μένει στην αυτογενή πηγή της και είναι λογοτεχνία.

Τα πρότυπα του αισθητισμού του Νικολάου Επισκοπόπουλου είναι: Έντγκαρ Άλλαν Πόε, Γκαμπριέλ Ντ’ Αννούντσιο, Ανατόλ Φρανς. Είναι πρότυπα άμεσα του κλίματος και έμμεσα της τεχνικής του.

Ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε και ο Κάρολος Μπωντλαίρ είναι το δίπολο που προσελκύει τον συγγραφέα γιατί ανταποκρίνεται στην έμμονη ροπή του προς το φανταστικό κι αλλόκοτο. Είχε ήδη διαμορφωθεί μια μεταφραστική παράδοση του είδους στην Ελλάδα. Πρώτος μεταφράζει ο Ροΐδης και ακολούθησε ένας αισθητής της εποχής, ο Περικλής Γιαννόπουλος.

Ο Επισκοπόπουλος είχε τη δυνατότητα ν’ αντλεί απευθείας από τα γαλλικά παράλληλά του. Τα εννοεί ως πρότυπά του και προς τα κει στρέφει το ενδιαφέρον του λόγω επιλεκτικής ή επίπλαστης συγγένειας. Είναι ο κόσμος των “Τρελλών διηγημάτων” του. Είναι θέματα κι αφήγηση ιδιόμορφα, στηριγμένα στην περιγραφή ακραίων καταστάσεων. Στα περισσότερα η τρέλα είτε είναι ο μοχλός της δράσης είτε προκαλείται από τη δράση: ο ήρωας σ’ αυτά είτε εξωθημένος από την ψυχική και νοητική του ανισορροπία και παραίσθηση καταλήγει στην αυτοκτονία, στο έγκλημα ή την αιμομιξία είτε πιεσμένος απ’ αυτές τις καταστάσεις οδηγείται στην παραφροσύνη. 

Δείγματα τέτοιων διηγημάτων είναι διαδοχικά τα: “Μαύρα”, “Στη Θάλασσα”, “Εφιάλτης”, Καλιγούλας”. Στο “Ut diese mineur”, ένα από τα ακραία του ψυχογραφήματα, ο αφηγητής και ήρωας, έξαλλος από το πάθος του, έπνιξε την άπιστη ερωμένη του, τη Μύρρα, τη στιγμή που τον εμπαίζει, παίζοντας συγχρόνως τη σονάτα που επιγράφει το διήγημα. Και στο “Μαύρα” ο αφηγητής που μισεί και θανατώνει με το βλέμμα του την ευέξαπτη αδελφή του που του μοιάζει ανυπόφορα, πέφτει από την ενοχή του σε επιληπτική παράκρουση όταν την κοιτά νεκρή, όπως ευχήθηκε.

Η αφήγηση του Επισκοπόπουλου ξεχωρίζει για την εσωτερική πλοκή και την κλειστή της φόρμα. Τον συγγραφέα απασχολεί η δράση της ψυχής του ήρωα: όχι ψυχολογικά ως ενδοσκόπηση ούτε μορφολογικά ως εσωτερικός μονόλογος, αλλά και αυτή ως ιστορία. Και όταν μία υπόθεση με δύο πρόσωπα ακόμη εφευρίσκεται, και τότε δεν αποτελεί παρά το πρόσχημα για να προβληθεί η “μέσα” περιπέτεια. Γίνεται κι αυτή μια εσωτερική υπόθεση που ακολουθεί τη διακύμανση της υφής της ιδιοσυστασίας του ήρωα.

Η αφήγησή του είναι αχρονική, έξω από τις κοινωνικές ή τις ιστορικές συντεταγμένες. Μια αφήγηση εσωτερικών πεδίων δράσης, που για την πιστή περιγραφή ο συγγραφέας χρησιμοποιεί και τη διαίσθηση ως αίσθηση. Με αφηγητή πρώτου προσώπου δρα και εκφράζεται ως αναπαριστώμενος αφηγητής: ως φορέας και ως “δράστης” ενός ρόλου και ως μεταφορέρας της μυθοπλασίας και της δράσης του ταυτόχρονα.

Ο Νικόλαος Επισκοπόπουλος καλλιέργησε ένα είδος αφηγήματος με ιδιαίτερα υφασμένη εσωτερική πλοκή. Με την εσωτερική πλοκή του είναι ο μόνος που εν μέρει το διασφάλισε από τη διάχυση του λυρικού πεζού ποιήματος, μονομέρεια που δεν απέφυγε από τους άλλους οπαδούς του αισθητισμού ο Περικλής Γιαννόπουλος – και με την κλειστή του φόρμα το προφύλαξε εν όλω από την εκτροπή του ή την προσχώρηση προς τη ρεαλιστική πεζογραφία, μια προσχώρηση που δεν μπόρεσαν ν’ αποφύγουν ούτε ο Χρηστομάνος ούτε ο Ροδοκανάκης.


Παύλος Νιρβάνας – Ἀπὀ τὴν φύσιν καὶ τὴν ζωὴν (1898)

Μηκῦναι 

(translation : Ilias Kolokouris & Janet Downie)

Mycenae

1.

Into the midst of the dirge of eternal asphodels you spread the trembling joy of your whiteness, O Miranda. O exotic lily, below the silent tholos, where your petals embrace the lament of shadow – your petals first kissed by the bats of death. O Miranda, from the princely smiles extinguished beneath the golden masks, and from the divine tremor scattered into the light of the buildings, rose the triumph of your life. O mystic lily, into the midst of the dirge of eternal asphodels you first shone forth before the grief of your youth.

From the lust of the burial earth you rose like a shoot of ancient (ivy? Cells?). And you sucked up from the earth the ichor of the princely bodies, and the youthful flood of life woke again from its deep sleep within the virginal flow of your veins. From the list of the burial earth you rose up into the dark air, filled with the breath of death, and the dreams of eternal sleep – all the longings of life and the tremors of desire – kissed with their airy wings the dew of your feathers. O potent lily, in the midst of the dirge of eternal asphodels you wreathed the affliction of my youth.  

Wonder birthed you, O Miranda. You attained your stature in the midst of an old silence, with the dew of freshly made virginity. Your gestures filled the atmosphere of ancient shadows with a power that bends the knees of slaves. Your eyes shone with the light of the first sunrise of love. And the blood of Homeric roses and the marrow of the reeds of Erasinos and the mystic convulsions with which the kiss of pollen shakes the flowers of the Argolid plain – all wove together the harmony of your nakedness.

Into the kingdom of death your voice poured forth like a complaint from the string of the lyre and like the terrifying sound of golden shields struck together and like the drop of water into the slumber of caves. Into the holy darkness your glance scattered the sweet phosphorescence with which the soul lights the night of tombs of bones that wove together the embraces of love. And from the mirror of your brow proceed dreams of the passion and power of unknown kings, and the dreams of those desires with which their women – white-purple flowers of the women’s chambers – slept by their sides.

2.

O Miranda, into my tired eyes you shone with golden rays of wonder and with white flashes of revelation. And before the power of your appearance something was troubled within me like the (overhanging ??) destruction/ knockdown of a temple/church and something like the breaking of sinews (=within the body)/ chords and something like the cycle of ruins and like the extinguishing of lamps/candles. And a virgin chaos arose in my breast, a chaos flooded by the brilliance of your appearance/ APOCALYPSE.

And in the darkness filled with the embraces of shadows, I said to you: O Miranda, into my veins has been poured the burning flood of the blood of charioteers, sucked in by the earth. The ichor of the Atreides burns my veins, Miranda, O exotic bloom, untouched by the glance of desire, O bloom unstained by the breath of pleasure, thirst for death rises within me, mistress. Come, let us die together.

ῥέε δ᾽ ἄμβροτον αἷμα θεοῖο

340ἰχώρ, οἷός πέρ τε ῥέει μακάρεσσι θεοῖσιν:

οὐ γὰρ σῖτον ἔδουσ᾽, οὐ πίνουσ᾽ αἴθοπα οἶνον,

τοὔνεκ᾽ ἀναίμονές εἰσι καὶ ἀθάνατοι καλέονται.

And I said to you: Miranda, here in the imperial deathbed there is space for the two of us. The fearsomeness of life stretches out all around us. The envy of the gods stands over us. The ravages of separation threaten our happiness. Here in the imperial deathbed love never ends and lips remain joined forever. O Miranda, come, let us turn together to the never-ending embrace of death.

And I said to you: Miranda, O exotic bloom, untouched by the breath of desire, do you wish to become my own forever? And you lifted your gaze into the darkness, satiated with the embraces of shadows, and you let it rest upon the pallor of my face. And you said to me, with the voice of those who pray, and with the voice of those who sing hymns: O chosen one, the wave of my life rolls eagerly towards you beneath the holy covering of death.

3.

The winds, drunk with the sun, embrace wildly above our heads. Here below the rocky dome, you bloom, O Miranda, queen of the pulses of my body. Below the light of the sky, the ivy embraces the plane trees, which are threatened by the thunder. The sky’s envy does not reach down here. The stars, shaken, tumble from the sky and are lost in the embraces of chaos. O Miranda, the star of my love flickers above your breast.

4.

The sculpted image of our love is lifted up into the shadow of death. A world sleeps deeply under its feet. The golden faces smile bitterly under the earth. Bracelets enclose the ash of bones. Necklaces embrace the dust of white flesh. Savage weapons guard the ashes of heroes. The dust of slaves stands, humble, next to the dust of kings. And within the dirge of decay trembles the new seed of life. Give me your white hand, O Miranda.

The distant ocean roars and the faint voice of the ages reaches our frightened ears. Death repeats the song of past lives. Listen, O beautiful one. The arrows strike the metals of shields beneath the threats of the marble lions. The shoes of the horses strike sparks off the hard stone. The shouts of the giants rise from the cyclopeian walls of the acropoleis. And from the scented depths of the woman’s chamber, the song of eternal love pours out on all sides like a prayer. O Miranda, weave the white bonds of your arms around my head.

Above, a sun dies in the cold sky of the ages. And below its chill rays a distant life breathes like a dream. From the lovely movement of the heroes’ arms they fly and stun, the poisoned arrows. Mantles blow above the lofty bedrock of the walls. The light kisses the white breasts of the women beneath the web of pleasing garments and gold flashes upon their golden hair and on the boss of the shield. And upon the tender grass drips the blood of heroes, drips the blood of virgins. O Miranda, give me the roses of your lips.

A plaintive sound rises from the burial mound unkissed by the sun. And it is like the sighing of nights of love, and it is like the protest of those three-times (??) separated from their mates, and it is like the breath of a distant pipe at sunset. A plaintive sound rises up from the burial mound. And it is like the whisper of kisses in a false dream and it is like the lust for life upon the bed of death and it is like the desire of bones beneath the earth. O Miranda, O lily, exotic and untouched by the breath of desire, the tremor of unknown generations has been poured into my veins. O woman, eternally my own, blow upon my eyelashes the swoon of love.

Ὀλυμπία

1.

Out of the affliction of my youth were born the deep nights of his eyes and from the purity of your desires were fashioned the lilies of his countenance, O Miranda. By the power of my passion was fed the strength of his manliness and the roses of his face sprang from the dreams of your nights, O my own one. The bees of love placed upon his lips the musky honey of our first embraces. And the golden butterfly of our youth, trembling from the snows of life, flew and stopped upon the white bloom of his breast. O Miranda, within the breast of Bathyllos (“deep matter”?), our souls begin again the first song of love.

The shudders of our nights take us into the depths of his eyes. The music of our mysteries, which the galaxy heard, is poured out with the caress of his voice. The heat of our embraces inspires his expansive movement. The calmness of our daydreaming beneath the stars molds the statue of his immobility. And the light breeze of twilight stirs lightly on his brow, with the first quiver of our love – stirs again, with pleasure, upon the brow of Bathyllos, your hair together with my own.

The holy Altis of life is stretched out before us, O Miranda. The eternal stadion awaits the fruit of our youth. Place your hands upon the golden locks of his head and kiss the white lily of his countenance, before the chrysalid of thought passes beyond its dewy coolness. Kiss him upon his brown and come sit near me, here on the holy bank of the Alpheios, beneath the great shadows of the plane trees. The shout of contests and the song of victory reaches here the ears of the mothers. Come, sit by me under the great shadows. The Altis of life is stretched out before us. Death is the Great Deception.

2.

A sun is born amid the rose petals of dawn. A sun is born and sweetly kisses the Arcadian mountains. Into this white intoxication of light the silver dancing waters of the Alpheios send sparks, the silver dancing waters of the Kladeos send forth sparks from the silent shadows. And the immortal people of marble celebrate in the green spaces of the Altis. A sun is born amid the rose petals of dawn and sweetly kisses the Arcadian mountains.

The trumpets stir the morning air, O Bathyllos. The beautifully wreathed olive tree lowers its branches beneath the marbles of the prostyle. The gates of the temple open before your youth. The throne of the god shines forth before your face with its gold and ivory and ebony and precious stones and upon it the sun stands driving the chariot and Selene rides horseback. The Immortal one with golden hair shows you the chryselephantine Victory and lifts up before your face the eagle upon the flashing scepter. Swear, O Bathyllos, the holy oath.

The trumpets strike the morning air. Throw aside your cloak, O youthful one, and display the holy bloom of youth celebrating beneath the sun. The shout of the people is lifted up all around you. Take flight, O Bathyllos. The earth slips beneath your feet and the air is rent before you and kisses your damp brow and brushes aside your golden hair. Take flight, O Bathyllos. The shoots of palm are lifted up to the very top, ready to kiss the locks of your hair. Praxiteles is drunk with the bloom of your flesh and the marble, which fashions gods, trembles in the lao of the earth. Take flight, O Bathyllos.

3.

From the ecstasy of my desire were born the flashes of his eyes, and from your virgin shame the great shadows of his eyelashes. By the phosphorescence of your prayer the white light of his countenance was illuminated, and on the poison of my thought were nourished the snaky locks of his hair. The breeze of twilight above his brow stirs with pleasure your hair together with my own. And within the mystic flower of his breast, the chrysalids of our life sprout new white-gold wings.

The eternal Altis stretches out before us, O Miranda. The sun sweetly kisses the Arcadian mountains. The Sun kisses the diamonds of the Kladeos and the diamonds of the Alpheios. The Eternal one lifts up in his right hand the chryselephantine Victory. The communal celebration of the stadion embraces the fruit of our love and the beautifully-wreathed olive tree leans its immortal branches over the X (??) of eternal youth. O Miranda, more sweetly than the sunset, O Miranda, more sweetly than the pale roses, the Altis of life grows green before us. Death is the Great Deception.


Περικλής Γιαννόπουλος : Λόγια τοῦ ἀέρος… τοῦ Ἁττικοῦ ἀέρος λόγια




ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΕΡΟΣ…

ΤΟΥ ΑΤΤΙΚΟΥ ΑΕΡΟΣ ΛΟΓΙΑ….

Ἀλήθεια εἶνε Λόγια τοῦ Ἀέρος… τοῦ Ἀττικοῦ Ἀέρος Λόγια… Τῶν Ῥοδίνων Ἀέρων τῆς Αὐγῆς, τῶν Μενεξεδένιων Ἀέρων τῆς Δύσεως. Δὲν τὰ λέω ἐγώ… Καθισμένα ἐλαφρότατα αἴρονται μόνα των, αἰωροῦνται εἰς τὸν Ἀέρα καὶ σὰν ἄρωμα πλέουν εἰς τὸ Φῶς – τὸ θυμαρόεν Φῶς. Χρυσοῦν στάχυ παῖζον εἰς τὸν ὦμον καφεοροδίνου βράχου, γράφει μὲ τὸ χρυσόν του δάκτυλον, εἰς τὸν σμαράγδινον οὐρανόν, ποιήματα τρελλότατα. Εἰς τὰ κολπούμενα πλάγια λόφου μακρυνοῦ, φαίνεται ἀναπαυομένη ὡραία Νύμφη, λέγουσα τὰ ὄνειρά της εἰς τα φῶτα. Ἀπὸ τὴν λιγυρὰν γραμμὴν λόφου ἄλλου, ἀφίπταται σὰν πτερωτὴ Νίκη, ἔρχεται, ἔρχεται ὅλη χαρά, νεοτάτη, ὡραία Ἰδέα. Ἀπὸ ἀργυροκλίνοντα κλῶνον ἐλαίας, τρυφερότατον ἀποκρεμᾶται αἴσθημα, ὅπως πίπτουν τῶν ἀνθισμένων δένδρων, τὰ πέταλα τῶν ἀνθέων. Ἀπὸ γυρμένων ἀκτίνων πεύκου, πίπτει βροχὴ ἀκτίνων ἄλλη, φωτοραίνουσα ἡδονικώτατα τὴν ψυχὴν. Ἀπὸ ἀναπνοὴν κλυματος ἱοθωπεύτου ἀκτῆς, ἀμβρόσιον ἐκπνέεται συναίσθημα. Καὶ ἀπὸ τὸν χορὸν τῶν ὀρεινῶν κορυφοσειρῶν, ποῦ στεφανώνουν τὸ οὐράνιον Ἄστυ, ἐπουρανία ἐκπορεύεται μελῳδία. Δὲν τὰ λέγω ἐγώ… Καθισμένα εἰς τὸν ἀέρα, αἴρονται μόνα των, μόνα των ἔρχονται τὰ Λόγια τοῦ Ἀέρος καὶ θωπεύουν τὰ αἰσθητήρια τοῦ ἐφήμερου διαβάτου τῆς Ζωῆς. Ἐλαφρά, αἰθέρια, μὲ τὰ χρωματιστά των φορέματα καὶ τὰς μουσικάς των γραμμάς, ἀεροποροῦν εἰς τὸν Ἀέρα, μέ μαλακότατον ταξιδεύουν ῥυθμόν. Ἄλλοτε ἔρχονται σαν ἴα (ΑΝΩ ΤΕΛΕΙΑ) ἄλλοτε σὰν τριαντάφυλλα, προσφερόμενα ἀπὸ ὡραῖον χέρι (ΑΝΩ ΤΕΛΕΙΑ) ἄλλοτε σὰν κρίνοι, κρίνοι χωρὶς ἄγγελον, φέροντες Εὐαγγέλια Χαρᾶς. Καὶ ἐνίοτε ἔρχονται καὶ περικάθηνται γύρων τῶν κροτάφων, σὰν πράσινα στεφάνια κισσοῦ (ΑΝΩ ΤΕΛΕΙΑ) ἐνίοτε σὰν ἀργυρόχροα Στεφάνια ἐλαίας. Κάποτε ζητοῦν, ψαύουν, θροοῦν, ψιθυρίζουν, σαν χείλη (ΑΝΩ ΤΕΛΕΙΑ) καὶ κάποτε καίουν, σὰν φιλήματα. Ὤ ναι! σὰν Ἀφροδίσεια βίσινα χείλη, φιλοῦν τὰς αἰσθήσεις μεθυστικώτατα τὰ ὡραῖα Λόγια. Λόγια τῶν Ῥοδίνων Ἀέρων τῆς Αὐγῆς, τῶν Μενεξεδένιων Ἀέρων τῆς Δύσεως. Ἀλήθεια δὲν τα λέγω ἐγώ. Ἀλήθεια εἶνε… Λόγια τοῦ Ἀέρος… τοῦ Ἀττικοῦ Ἀέρος Λόγια…

1. Εἰς ἕνα μέρος τοῦ Ἐλαιῶνος, τοῦ ἱεροῦ Ἐλαιῶνος, ποῦ ἔχει ἀκόμη ἐλαίας τοῦ ὡραίου καιροῦ, εἰς ἀγρὸν φυλαγμένον ἀπὸ τὰ ἀργυρᾶ του φύλλα, ἀγρὸν φουντωμένον ἀπὸ κλήματα νέα, ἕνας νέος, ξανθὸς νέος, κύπτει σκάπτων, εἰς τὴν ἱερὰν τῆς πρωΐας σιγήν.

Καὶ ὁ μόνος κρότος τῆς ἀξίνης, ὁ χανόμενος εἰς τὸ ξανθοπράσιον κῦμα τῶν κλημάτων καὶ τὸ ἀργυροῦν ἁβροσάλευμα τῶν ἐλαιῶν, λαλεῖ ῥυθμικά καὶ λέγει:

Ὄργωνε, ὄργωνε, σκάπτε καὶ δούλευε, ὅλην τὴν ὥραν, χωρὶς ἀρχήν, χωρὶς τελειωμόν, χωρὶς νὰ πάρῃς ποτὲ ἀνασασμόν. Ὄργωνε, ὄργωνε, σκάπτε καὶ δούλευε τὴν ἄμπελον ποῦ σοῦ ἔδωκεν ὁ Κύριος, τὴν χρυσοφωτισμένην Ἄμπελον τῆς Ψυχῆς, ποῦ δίδει τὸ μεθυστικὸν τοῦ Ὡραίου ποτόν. Ἐντὸς ὀλίγου θὰ περάσῃ ὁ Κύριος τῆς Ἀμπέλου κουρασμένος, καὶ πρέπει νὰ ἔχῃς χρυσοφώτεινα φύλλα διὰ νὰ στεφανώσῃ τὰ νυκτόχροα μαλλιά του, καὶ πρέπει νὰ ἔχῃς ὡραῖα σταφύλια διὰ νὰ δροσίσῃ τὰ ῥοδόχροα χείλη του.
Ὄργωνε, ὄργωνε, σκάπτε καὶ δούλευε, χωρὶς ἀρχήν, χωρὶς τελειωμόν, χωρὶς νὰ πάρῃς ποτὲ ἀνασασμόν. Ἑντὸς ὀλίγου θὰ περάσῃ ὁ Κύριος, ὁ Ἀπολλώνειος Κύριος –  Ο ΘΑΝΑΤΟΣ.

2. Πλησίον τῆς θύρας τοῦ Ἐρεχθείου περνῶ ὥρας ὡρῶν, καὶ ὅπου γυρίσουν τὰ μάτια, εἰς τὸν Ἐλαιῶνα, εἰς τὰ πλάγια τῶν καφεοροδίνων λόφων, εἰς τὰ πλάγια τοῦ Πεντελικοῦ, ἢ τοῦ Πάρνηθος,ἢ τοῦ Αἰγάλεω, ἢ τοῦ Κορυδαλοῦ, τὰ μάτια μένουν μαγευμένα, καὶ ἕνα πάντα συναίσθημα πλημμυρίζει τὴν ζωήν.
Σὰν μία μουσικὴ νὰ ἔπαιζε παντοῦ, ᾆσμα χαρᾶς ἡδυτάτης καὶ λύπης ἀκροτάτης, σὰν μία ὀρχήστρα νὰ ἔπαιζεν ἐκεῖ καὶ νὰ μὴ ἔφθανεν ἦχος ἕως ἐδῶ, ἀλλὰ δόνησις αἰθέρος ἄηχος, νὰ ἔφθανε μόνον ἕως ἐδῶ καὶ να ἔπαλλε μουσικώτατα τὴν ψυχήν.
Τί θαυμασία ποῦ εἶνε ἡ ζωή ! τί θαυμασία ἡ αἴσθησις τοῦ νέου Σώματος εἰς τὸν ἡδονικὸν Ἀέρα ! πῶς αισθάνεται θαυμάσια εἰς τὸ κυανορόδινον φῶς καὶ ποθεῖ, ποθεῖ, ποθεῖ τὸ κάλλος ! τὸ ἐξωτερικὸν κάλλος τὸ ζωγραφιζόμενον ἐντός του μὲ φιλήματα μουσικά.

Πλησίον τῆς θύρας τοῦ Ἐρεχθείου, περνῶ  ὥρας ὡρῶν, κρατημένος ἐκεῖ εἰς τὸν Ἐαρινὸν Ἀέρα, χωρὶς νὰ διανοοῦμαι οὐδέν, αἰσθανόμενος μόνον τὸ Σῶμα νὰ ζῇ, νὰ διαμένῃ μακάριον.
Καὶ κάποτε, σὰν ἕνας πόθος ἀόριστος καὶ φευγαλέος, περνᾷ εἰς τὸ κυανοῦν καὶ αἰθέριον μέθυ τοῦ γλυκοῦ Ἀέρος (ΑΝΩ ΤΕΛΕΙΑ) περνᾷ, μόνος πόθος ἀόριστος καὶ φευγαλέος, περνᾷ καὶ ἀναπερνᾷ και περιγυρίζει, ὅπως ἡ σκιὰ τῶν πουλιῶν εἰς τὸ φωτισμένον χῶμα : νὰ ἥμουν Ἔφηβος Φειδίου Μαρμάρινος, νὰ βλέπω αἰῶνας αἰώνων τὸ Ἀττικὸν Φῶς.

3. Ἐδῶ, ἐδῶ, εἰς τὸν Ἀττικὸν Ἀέρα, πλέει ὅλη ἡ Σοφία, γεννᾶται καὶ ἐνθουσιάζει ὁ πόθος τῶν Τελείων Καλλονῶν. Ἐδῶ, ἐδῶ ἐπάνω εἰς τὰ Παλάτια τοῦ Ὡραίου, Νίκης, Ἐρεχθέως, Ἀθηνᾶς, τοὺς Θείους Οἴκους, ὁ θειότερος τοῦ κόσμου Ἀὴρ ἐκδύει τὴν ψυχήν, ὅλων τῶν χυδαίων φορεμάτων, ἐνδύει καὶ κοσμεῖ αὐτήν, δι᾽ ὅλων τῶν βασιλείων ἐνδυμάτων.

Ἐδῶ, ἐδῶ ἐπάνω, εἰς τῶν παγκάλων Ἱερῶν τὸ θεῖον θέαμα, εἰς τοῦ θείου Ἐρεχθείου τὰ πρόθυρα, ὅπου οἱ λευκοφόροι ἱερεῖς τοῦ ὡραίου καιροῦ ἐρέμβαζον μὲ τὰ θεῖα, διαμένω ὥρας ὡρῶν, μακαρίως λησμονῶν τὴν ταπεινῆν ζωήν, μὲ ἄφωνον ἔκστασιν ἀκούων τὸ Νέον μου Σῶμα νὰ ὑμνῇ ἀφώνως, τὸν Θεὸ τοῦ Ὡραίου.

Ἀπὸ τὸν Ἐλαιῶνα, ἀπό τὰς μελῳδούσᾳς γραμμὰς τῶν Ὁρέων, ἀπὸ τὰ ἀδειανὰ ἄδυτα τῶν Ναῶν, ἀπὸ κάθε μαρμαρίνην φαεινὴν χορδήν, αἱ εἰκόνες, αἱ ἰδέαι, τὰ ἄνθη, τὰ ἀρώματα, ἐκπορεύονται, ἔρχονται, ἔρχονται ἀπὸ παντοῦ σὰν ἀνοιγμένα χείλη, τὰ ὡραῖα συναισθήματα, οἱ ὡραῖοι πόθοι, τὰ ὡραῖα Λόγια τοῦ Ἀττικοῦ Ἀέρος. Ἔρχονται καὶ θωπεύουν καὶ στολίζουν τὴν ψυχὴν καὶ τὴν φιλοῦν, μὲ τὸν διάπυρον πόθον νὰ τὴν κάμουν Ὡραίαν. Καὶ ἡ Ψυχὴ εὐφραίνεται καὶ μεθᾷ, σὰν Νύμφη ὑπὸ παρθένων στολιζομένη διὰ συνουσίαν μὲ Ὡραῖον Θεόν.
Ἄχ ! τί παραδίσειαι εἶνε αἱ Ὧραι ἐδῶ, ἐδῶ ἐπάνω, εἰς τοῦ θείου Ἐρεχθείου τὰ γαμήλια πρόθυρα. Ἐνίοτε αἰσθάνομαι ἐπὶ τῶν νώτων μαλακὸν πλοῦτον πορφῦρας, καὶ εἰς τὴν κεφαλὴν λαμποβολὴν διαδήματος. Ἐνίοτε τὸ Σῶμα προσκλίνει ἀκούσια ἀπὸ τῶν βαθμίδων, διὰ νὰ δεχθῇ τὰ ἁβρότατα χαρίσματα, ὅπως Βασιλεὺς ἀπὸ Θρόνον δεχόμενος δῶρα. Ἐνίοτε τὸ Σῶμα ὑποκλίνεται μὲ εὐλάβειαν εἰς ὡραῖον ἄγγελον φέροντα κρίνον (ΑΝΩ ΤΕΛΕΙΑ) καὶ ἐνίοτε μοῦ φαίνεται ὅτι, σὰν ἀπὸ Ὡραίαν Πύλην Ναοῦ, μὲ ἀργυρόμαλλον νεότητα Ὄντος Ἀθανάτου, τείνω ῥοδίνην εὐδαιμονίαν χειλέων, πρὸς ἅγιον φίλημα Ὡραίας Θεότητος.

Θ. ΘΑΝΑΤΟΣ

Θ. Θάνατος· περ. «Παναθήναια», τόμ. 8, 15-9-1904, σελ. 295-297

http://www-old.lit.auth.gr/panathinaia/panathin_issue95_15SEPT1904.pdf

σελίδα 41: ΜΑΪΟΣ

http://www-old.lit.auth.gr/panathinaia/panathin_issue14_1901.pdf

σελίδες 58 -59:

http://www-old.lit.auth.gr/panathinaia/panathin_issue14_1901.pdf

σελίδα 181 : ΝΥΚΤΩΜΑ

http://www-old.lit.auth.gr/panathinaia/panathin_issue17_1901.pdf

«Εἰς τὴν γλῶσσαν τοῦ δούλου μου: – Ἡ γρηοῦλα» (τοῦ Baudelaire) (Ὡς Νεοέλλην· περ. «Κυριακάτικη», ἀρ. 33, 27-6-1899)

http://elia.lib.ucy.ac.cy/disk4/KYRIAKATIKI/1899/pdf/kyr_issue33.pdf

«Εἰς τὴν γλῶσσαν τοῦ δούλου μου: – Ἡ Παναγία μου – Ἡλίων χαρίσματα – Ἀεροναύτης» (Ὡς Νεοέλλην· περ. «Κυριακάτικη», ἀρ. 34, 4-7-1899)

http://elia.lib.ucy.ac.cy/disk4/KYRIAKATIKI/1899/pdf/kyr_issue34.pdf

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ

Ὁ Περικλῆς Γιαννόπουλος γεννήθηκε στὴν Πάτρα τὸ 1871 καὶ ἐτέλεσε τὴν ἡρωική του ἔξοδο ἀπὸ τὴν ζωὴ στὴν θάλασσα τοῦ Σκαραμαγκᾶ τὴν Μεγάλη Πέμπτη, 8 Ἀπριλίου 1910. Ἦταν γιὸς τοῦ Ἰωάννη καὶ τῆς Εὐδοκίας Θεοφράστου Χαιρέτη. Καταγόταν δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ἀρχοντικὴ κρητική, βυζαντινῆς καταγωγῆς, οἰκογένεια Χαιρέτη, τῆς ὁποίας μέλη εἶχαν ἐγκατασταθεῖ στὴν Πάτρα. Ἔτσι ἐπηρεάστηκε ἰδιαίτερα ἀπὸ τὶς ἑλληνοκεντρικὲς ἰδέες τοῦ θείου τῆς μητέρας του, Ἐμμανουὴλ Χαιρέτη. 

Παρακολούθησε μαθήματα ἰατρικῆς γιὰ ἕνα χρόνο στὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν καὶ ἄλλα δύο χρόνια στὸ Παρίσι. Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ πατέρα του, ὅμως, ἐγκατέλειψε τὶς σπουδές του καὶ πῆγε γιὰ ὀκτὼ μῆνες στὸν ἀδελφό του στὸ Λονδίνο, ὅπου μελέτησε ἀγγλικὴ καὶ γαλλικὴ λογοτεχνία. Ὅταν ἐπέστρεψε στὴν Ἀθήνα, γράφτηκε στὴ Νομικὴ Σχολή. Ἄρχισε ἀπὸ τὸ 1894 νὰ δημοσιεύῃ μεταφράσεις ποιημάτων τῶν Ντίκενς, Πόε, Λοτί, Οὐάιλντ, Μποντλέρ, Μιρμπό, Τελιέ, καθὼς καὶ δικά του «πεζὰ ποιήματα». Ἀπὸ τὸ 1899 ἀρθρογραφεῖ στὶς ἐφημερίδες Ἀκρόπολις, Τὸ Ἄστυ, Ἑστία κ.ἄ. καὶ στὰ περιοδικὰ Κριτική, Παναθήναια, Ὁ Νουμᾶς κ.ἄ., χρησιμοποιῶντας ψευδώνυμα ὅπως Λωτός, Ἀπολλώνιος, Νεοέλλην, Μαίανδρος, Θ. Θάνατος. Μὲ ἐντελῶς προσωπικὸ ὕφος καὶ γλῶσσα, καὶ ἀσυγκράτητο πάθος, διατυπώνει τὶς ἑλληνοκεντρικές του ἰδέες καὶ καταγγέλλει τὰ αἴτια τῆς ἑλληνικῆς κακοδαιμονίας -προπαντὸς τὴν ξενομανία, τὸν «φραγκοραγιαδισμό» ὅπως τὸν ὀνόμασε ὁ ἴδιος. Τὸ 1906 ἐκδίδει τὸ βιβλίο «Νέον Πνεῦμα», καὶ τὸ 1907 τὴν «Ἔκκλησι πρὸς τὸ Πανελλήνιον Κοινόν» -τὰ ἰδεολογικά του μανιφέστα. Οἱ «περικλογιαννοπούλειες» ἰδέες, σὲ σύγκρουσι μὲ κάθε κατεστημένο, προκαλοῦν ἀντιδράσεις στὴν Ἀθήνα τῆς ἐποχῆς. Ἀπὸ ἄλλους θεωρεῖται ἁπλῶς ρομαντικὸς καὶ ὡραῖος τρελός, ἀπὸ ἄλλους ὑβριστής, ἄλλοι ὅμως ἀναγνωρίζουν τὴν πρωτοτυπία του καὶ ἐμπνέονται ἀπὸ αὐτόν. (Ὁ Γρηγόριος Ξενόπουλος, ὁ Ἄριστος Καμπάνης, ὁ Παῦλος Νιρβάνας, ὁ Σπύρος Μελᾶς δημοσιεύουν ἐγκωμιαστικὲς κριτικές. Ὁ Ἴων Δραγούμης γίνεται ἀδελφικός του φίλος, καὶ μάχεται μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Γιαννόπουλου νὰ κάμῃ τὸ ὅραμα τοῦ φίλου του πολιτικὴ πράξι . Ὁ Ἄγγελος Σικελιανὸς θὰ ἀκολουθήσῃ δική του, πρωτότυπη ἑλληνοκεντρική πορεία, θὰ ὑμνήσῃ ὅμως καὶ αὐτὸς τὸν Γιαννόπουλο καὶ βεβαίως δὲν θὰ μείνῃ ἀνεπηρέαστος ἀπὸ αὐτόν. 

Ἂν καὶ εὐτύχησε ὅμως ὁ Γιαννόπουλος νὰ γίνει γνωστὸς καὶ νὰ ἔχει ἀφοσιωμένους φίλους στὸν πνευματικὸ κόσμο τῶν Ἀθηνῶν (τόσο γιὰ τὸ πρωτότυπο, ἑλληνοκεντρικό, παθιασμένο πνεῦμα του, ὅσο καὶ γιὰ τὸν «μποέμικο» καὶ φιλελεύθερο γιὰ τὰ συντηρητικὰ ἤθη τῆς ἐποχῆς τρόπο ζωῆς του -κατὰ τὶς μαρτυρίες μάλιστα ὑπῆρξε καὶ ὡραιότατος ἄνδρας ), ἐν τούτοις δὲν εὐτύχησε νὰ ἀποκτήσῃ τὴν εὐρύτερη ἀποδοχὴ ποὺ ποθοῦσε ὡς συγγραφέας, πόσο μᾶλλον νὰ ἀναμορφώσῃ κατὰ τὸ ὅραμά του τὴν ἑλληνικὴ κοινωνία.

Δὲν ἤθελε, αὐτὸς ὁ λάτρης τοῦ ὡραίου, νὰ γεράσῃ (ὅπως ὑπέθεσε ὁ Ἴων Δραγούμης); Ἔνιωσε ὅτι ἔφθανε στὴν ἐξάντλησι τῆς καλλιτεχνικῆς του δημιουργίας; Ὅτι δὲν εἶχε ἄλλο τίποτε πιὰ νὰ προσφέρῃ, οὔτε μποροῦσε νὰ ἀναμορφώσῃ τὴν ἑλληνικὴ κοινωνία; Ἀπογοήτευσι ἀπὸ τὴν μὴ εὐόδωσι μὲ γάμο τῆς ἐρωτικῆς σχέσης του με τὴν Σοφία Λασκαρίδου, ζωγράφο καὶ χειραφετημένη γυναῖκα τῆς ἐποχῆς; Ρομαντικὸς καὶ «ἐρασιθάνατος» (ἡ λέξις τοῦ Ἰωάννη Συκουτρῆ, τοῦ ἐπίσης μεγάλου ἑλληνολάτρη αὐτόχειρα); Ὅλα αὐτὰ μαζί, σημειώνει ὁ ψυχίατρος καὶ λογοτέχνης Πέτρος Χαρτοκόλλης.

Τὴν Μεγάλη Πέμπτη, 8 Ἀπριλίου 1910 , ὁ Περικλῆς Γιαννόπουλος δημιούργησε καὶ ἐκτέλεσε τὸ τελευταῖο ἔργο του -κατὰ πολλοὺς τὸ ἀποκορύφωμα τοῦ ἔργου του. Ὅπως εἶχε προσχεδιάσει μὲ κάθε λεπτομέρεια πολὺ καιρὸ πρίν, στεφανωμένος, γυμνός, καβάλησε τὸ ἄσπρο ἄλογό του καὶ μπῆκε μαζί του στὴν θάλασσα τοῦ Σκαραμαγκᾶ. Μὲ μία σφαίρα στὸ κεφάλι, ἐνώθηκε γιὰ πάντα μὲ τὴν ἑλληνικὴ φύσι ποὺ τόσο εἶχε ἀγαπήσει. Προηγουμένως εἶχε κάψει πολλὰ ἀνέκδοτα ἔργα του (κατὰ μαρτυρίες μιὰ ὁλοκληρωμένη ἐργασία περὶ ἀρχιτεκτονικῆς, καθὼς καὶ διηγήματα φαντασίας), λέγοντας ὅτι ἀφοῦ ἡ Ἑλληνικὴ Φύσις τὰ ἐνέπνευσε στὸν ἴδιο, θὰ τὰ ἐνέπνεε καὶ σὲ ἄλλους στὸ μέλλον. Τὸ νεκρὸ σῶμα του τὸ ἔβγαλαν τὰ κύματα στὴν στεριὰ δέκα μέρες μετά. Πρὶν ταφεῖ, δύο ἄγνωστες κυρίες, σὰν νύμφες τῆς Ἀττικῆς γῆς, στόλισαν τὸν νεκρὸ μὲ λουλούδια (ὅπως ἔγινε πολὺ ἀργότερα γνωστό, ἦταν ἡ Σοφία Λασκαρίδου).

Ὁ θάνατος -ὁ τρόπος μάλιστα τοῦ θανάτου- τοῦ Περικλῆ Γιαννόπουλου συγκλόνισε τὴν κοινωνία καὶ τὸν τύπο τῆς ἐποχῆς, τόσο ποὺ δὲν εἶχε γίνει γιὰ τὰ ἔργα του ὅσο ζοῦσε. Ἐπὶ πολλὲς ἡμέρες δημοσιεύονταν λεπτομέρειες γιὰ τὸν τρόπο τοῦ θανάτου του καὶ περιστατικὰ ἀπὸ τὴν ζωή του, ἐνῷ ποιητὲς ὅπως ὁ Παλαμᾶς, ὁ Σικελιανός, ὁ Μαλακάσης καὶ ἡ Μυρτιώτισσα τοῦ ἀφιέρωσαν ποιήματα. 

Για περισσότερα Εδώ